Η εικόνα έχει αναχθεί σε υπέρτατη εξουσία. Ένας αόρατος κυρίαρχος μοιάζει να καθορίζει τον τρόπο με
τον οποίο υπάρχουμε, σχετιζόμαστε και αυτοπροσδιοριζόμαστε. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν
λειτουργούν πια απλώς ως πλατφόρμες επικοινωνίας ή ανταλλαγής πληροφοριών· αποτελούν ένα «εργοστάσιο» παραγωγής ταυτότητας ή τον ναό μιας νέας θρησκείας όπου το «φαίνεσθαι» έχει αναγορευθεί σε
απόλυτο δόγμα. Ο καθένας μας συμμετέχει σε αυτή τη λειτουργία ταυτόχρονα ως πιστός, ως λειτουργός και ως
θυσία: το πρόσωπο υποχωρεί, το προφίλ αναλαμβάνει, η ζωή απογυμνώνεται από την πυκνότητά της και μετατρέπεται σε αναλώσιμο περιεχόμενο.
Ο Γκυ Ντεμπόρ μίλησε ήδη από το 1967 για την «Κοινωνία του θεάματος»1
στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις
αποτυπώνονται σε εικόνες. Αν τότε το θέαμα περιέγραφε την αυξανόμενη δύναμη της αναπαράστασης, σήμερα μπορούμε να πούμε ότι το θέαμα έχει πια κυριαρχήσει στην καθημερινότητά μας. Δεν πρόκειται δηλαδή για
μια ζωή που καταγράφεται σε εικόνα αλλά για μια ζωή που παράγεται αποκλειστικά προκειμένου να αποτυπωθεί. Ο καφές δεν πίνεται για την απόλαυσή του αλλά για να φωτογραφηθεί· το ηλιοβασίλεμα δεν βιώνεται αλλά
«ανεβαίνει»· ο ίδιος ο έρωτας σκηνοθετείται για την κάμερα. Η μνήμη αντικαθίσταται από το story και η εμπειρία μεταφράζεται απευθείας σε περιεχόμενο. Αν κάτι δεν έχει καταγραφεί μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Αυτό που ο Μπωντριγιάρ ονόμασε simulacres2
(προσομοιώσεις που όχι απλώς αναπαριστούν αλλά υποκαθιστούν το πραγματικό) εντοπίζεται στην πιο ακραία του εκδοχή στην ψηφιακή εποχή. Η εικόνα δεν είναι πλέον αντίγραφο του πραγματικού αλλά είναι το ίδιο το πραγματικό. Το φίλτρο δεν κρύβει την ατέλεια αλλά κατασκευάζει μια νέα κανονικότητα, την οποία όλοι αποδέχονται. Η selfie δεν απεικονίζει το πρόσωπο αλλά το
επινοεί. Το προφίλ δεν αντιπροσωπεύει τον εαυτό αλλά λειτουργεί ως ο μόνος αποδεκτός εαυτός. Στην κοινωνία
του δικτύου η προσομοίωση δεν ακολουθεί την πραγματικότητα, την αντικαθιστά ολοκληρωτικά.
Αυτή η κατάσταση δεν είναι απλώς αισθητική ή πολιτισμική, είναι βαθύτατα πολιτική. Ο Μισέλ Φουκώ, αναλύοντας το «Πανοπτικόν»3
, έδειξε ότι η εξουσία λειτουργεί όχι όταν επιβάλλεται απ’ έξω αλλά όταν εσωτερικεύεται, όταν ο κρατούμενος επιτηρεί τον εαυτό του με τη φαντασίωση ενός βλέμματος που τον παρακολουθεί διαρκώς. Στην εποχή των social media, αυτός ο δεσμοφύλακας δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος άνθρωπος αλλά
ο αλγόριθμος. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις ποιος σε παρακολουθεί, αρκεί η αίσθηση ότι μπορεί να σε παρακολουθούν όλοι, κάθε στιγμή. Έτσι, εσωτερικεύεις το βλέμμα, σκηνοθετείς τις κινήσεις σου, φιλτράρεις τον λόγο
σου και τελικά μαθαίνεις να προσαρμόζεσαι εκ των προτέρων στις απαιτήσεις μιας αόρατης αλλά απόλυτα παρούσας εξουσίας. Η αυτολογοκρισία μετατρέπεται σε δεύτερη φύση, η κανονικοποίηση σε αυτονόητη καθημερινότητα, η πειθαρχία σε επιθυμία.
Ταυτόχρονα, η νέα αυτή πραγματικότητα είναι εγγεγραμμένη στη λογική του καπιταλισμού. Ζούμε σε μια οικονομία του φαίνεσθαι, όπου η αξία μετριέται σε likes, shares, views, followers. Το προφίλ είναι το χαρτοφυλάκιό μας, τα likes τα μερίσματα, οι followers το κεφάλαιο. Ο καθένας λειτουργεί σαν μικροεπιχειρηματίας του
ίδιου του εαυτού του, παράγοντας συνεχώς περιεχόμενο που ανακυκλώνεται και αποτιμάται σύμφωνα με τα
κριτήρια μιας αέναης αγοράς προσοχής. Δεν πουλάς πια προϊόντα, πουλάς την ίδια σου την ύπαρξη. Δεν εργάζεσαι για κάποιον άλλο, εκμεταλλεύεσαι τον εαυτό σου. Αυτή η αυτο-εκμετάλλευση είναι ίσως η πιο αδίστακτη
μορφή εργασίας, γιατί παρουσιάζεται σαν ελευθερία.
Η υπόσχεση αυτής της οικονομίας είναι η «δημιουργικότητα», η «μοναδικότητα», η «διαφορετικότητα». Στην πραγματικότητα όμως η πλατφόρμα παράγει ομοιομορφία. Η αυθεντικότητα γίνεται στρατηγική μάρκετινγκ, η εναλλακτικότητα ένα
ακόμη lifestyle, ακόμη και η «αντίσταση» μια νέα εμπορική τάση. Ο καπιταλισμός δεν πολεμά το διαφορετικό αλλά το αφομοιώνει, το συσκευάζει και
το πουλά πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και αρωματισμένο με υποσχέσεις. Κι έτσι καταλήγουμε να βλέπουμε τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια
«αυθόρμητα» χαμόγελα, τις ίδιες σκηνοθετημένες στιγμές να αναπαράγονται αδιάκοπα. Ο αυθορμητισμός μετατρέπεται σε σενάριο και η διαφορετικότητα σε καρικατούρα της ίδιας της μοναδικότητας.
Το κόστος αυτής της συνθήκης είναι βαθιά υπαρξιακό. Ο χρήστης μαθαίνει να μετρά την αξία του με αριθμούς που δεν ελέγχει, να συγκρίνει τον εαυτό του με εικόνες που δεν είναι καν αληθινές, να αισθάνεται διαρκώς ελλιπής. Η συνεχής έκθεση και
σύγκριση γεννά άγχος, ανασφάλεια, κατάθλιψη. Η κοινωνία του
θεάματος δεν παράγει απλώς εικόνες αλλά υποκείμενα που είναι ανίκανα να υπάρξουν έξω από τις εικόνες. Υποκείμενα που δεν υπάρχουν
για να ζουν αλλά για να δημιουργούν μια εικόνα της ζωής τους, εργάτες του
ίδιου τους του ειδώλου, αιχμάλωτοι μιας εκδοχής του εαυτού που πάντα ξεγλιστρά. Το πιο ύπουλο στοιχείο είναι ότι αυτή η εξουσία δεν επιβάλλεται με τη βία αλλά
με την «απόλαυση» ή μάλλον με την υπόσχεση της «απόλαυσης». Κανείς δεν σε αναγκάζει να ανεβάσεις φωτογραφία κι όμως το κάνεις. Κανείς δεν σε υποχρεώνει να εκθέσεις την ιδιωτική σου ζωή κι όμως το επιθυμείς. Ο
φόβος της αφάνειας είναι ισχυρότερος από τον φόβο της έκθεσης. Η καταπίεση παρουσιάζεται ως επιλογή και
η εξουσία μεταμφιέζεται σε ελευθερία. Πρόκειται για την πιο αποτελεσματική μορφή κυριαρχίας, μια φυλακή που μοιάζει με παιδική χαρά.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα της αντίστασης γίνεται κρίσιμο. Η απλή αποχώρηση από τα δίκτυα ισοδυναμεί
με κοινωνική «αυτοκτονία», καθώς το να εξαφανιστείς από το ψηφιακό προσκήνιο σε καθιστά σχεδόν ανύπαρκτο. Το ζητούμενο δεν είναι να αποσυρθείς αλλά να διαβρώσεις το παιχνίδι από μέσα, να διεκδικήσεις το δικαίωμα στο αόρατο, στο ανώνυμο, στο αδημοσίευτο. Να ζήσεις στιγμές που δεν χρειάζονται κοινό για να νομιμοποιηθούν. Να αποδείξεις ότι το «είμαι» δεν ταυτίζεται με το «φαίνομαι».
Σε μια κοινωνία όπου η εικόνα είναι το απόλυτο εμπόρευμα, η απουσία εικόνας είναι η μόνη αυθεντική πολυτέλεια. Όταν όλα είναι μετρήσιμα, η άρνηση της μέτρησης μετατρέπεται σε πράξη ελευθερίας. Όταν όλα καταγράφονται, το βίωμα πέρα από κάθε καταγραφή αποκτά πολιτική διάσταση. Όταν όλα προβάλλονται, η
αποσιώπηση γίνεται όπλο. Ο Ντεμπόρ μίλησε για το θέαμα ως ανεστραμμένη εικόνα της κοινωνίας, ο Μπωντριγιάρ για την εξαφάνιση του πραγματικού μέσα στις προσομοιώσεις, ο Φουκώ για την εσωτερίκευση της
εξουσίας. Το παρόν χρειάζεται να αναζητήσει τρόπους ύπαρξης που διαφεύγουν από αυτήν την τριπλή παγίδα,
να αρνηθεί τη μετατροπή σε είδωλο, να ξαναβρεί τη σάρκα κάτω από το φίλτρο, το βλέμμα πέρα από το like, τη
στιγμή έξω από το story. Γιατί σε έναν κόσμο που σε θέλει να ζεις σαν content και να πεθαίνεις σαν story, η πιο
επαναστατική πράξη είναι να τολμήσεις να ζήσεις ως πρόσωπο.

Άλλα κείμενα στο

Τεύχος 24​​​​

Άλλα κείμενα της κατηγορίας

UP-ΟΨΕΙΣ​​​​