Ευχαριστώ για την υψηλή διάκριση που μου προσφέρετε και επιτρέψτε μου να την αφιερώσω στους φοιτητές μου, στο μυαλό και το ταλέντο τους, στον κόπο και την επιμονή τους, με την ελπίδα ότι η ερευνητική τους πορεία δεν θα είναι ταραχώδης και ότι η αξία τους θα αναγνωριστεί όπως πρέπει.

Θα σας μιλήσω για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, ενός ποιητή που σημάδεψε τον τρόπο σκέψης και αίσθησής μας και άφησε σε όλους μας μια μεγάλη κληρονομιά που συνεχίζει να ζει.

Άρχισα να ασχολούμαι με το έργο του Ελύτη από το μακρινό 1977-78. Δεν του είχε απονεμηθεί ακόμη το Νόμπελ, ένα βραβείο που  απλά αναγνώρισε το μέγεθός του. Ασχολήθηκα με το  έργο του πρώτα ως μεταφράστρια και, μόνο λίγο καιρό αργότερα, ως κριτικός. Να μεταφράζεις ένα  έργο σημαίνει να συμμετέχεις στην αναδημιουργία του πρωτότυπου έργου, να συναισθάνεσαι και να συμπάσχεις, να γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο συνεργάτης και φίλος. Είμαι ευγνώμων στον Ελύτη για μια τέτοια φιλία, σε αξέχαστα και πολύτιμα χρόνια μάθησης. Τα λόγια του, οι συμβουλές και οι ενθαρρύνσεις με συνόδευσαν και συνεχίζουν να με  συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Αποτέλεσαν  μια πραγματική σχολή ζωής και ερμηνείας,  ανοίγοντάς μου ένα παράθυρο στο ποιητικό του εργαστήρι, στις προθέσεις που κρύβονται πίσω από ορισμένες λεξιλογικές, ρυθμικές, δομικές ή σημασιολογικές επιλογές, αλλά κυρίως με έκανε να καταλάβω από πρώτο χέρι πώς η σκέψη γίνεται ευαίσθητη ύλη.

Θα ήθελα να ανατρέξω μαζί σας στην εμπειρία μου ως αναγνώστρια της ποίησής του, διασχίζοντας, συνοπτικά και με μια σύγχρονη ματιά,  μερικές από τις κριτικές μου σκέψεις που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια των χρόνων της κριτικής και μεταφραστικής συνύπαρξής μου με το έργο του Ελύτη.

Ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του που πάντα με γοήτευε είναι η διάσταση της σκέψης, η οποία εκφράζεται στο έργο του με πολυάριθμα διπλά σχήματα εννοιών σε θεωρητικό-σημασιολογικό, αλλά και δομικό-ποιητικό επίπεδο:

  • Πρωτοποριακή και εξαιρετικά σύγχρονη φωνή, αλλά ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένη με τον κλασικό κόσμο, κυρίως με την ελληνική λυρική ποίηση, αλλά και με τη βυζαντινή υμνογραφία.
  • Ευρωπαϊκή προσωπικότητα –αρκεί να σκεφτούμε τη σημασία που είχαν για αυτόν τα χρόνια που έζησε στη Γαλλία– αλλά και καθαρά ελληνική φωνή. Η ποίησή του δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το όραμά του για την Ελλάδα, τη φύση και τη γλώσσα της,  που αποτελούν την πηγή της έμπνευσής του. Η Ελλάδα του, όμως, απέχει πολύ από την στερεότυπη παγιωμένη εικόνα που έχουν τόσο οι Δυτικοί όσο και η επίσημη Ελλάδα. Μια άλλη Ελλάδα, λοιπόν, γη της επιθυμίας παρά της πραγματικότητας, του τι δεν είναι αλλά που μπορεί να γίνει, μιας υλικής πραγματικότητας από την οποία να ξεκινήσει και πάνω στην οποία να χτίσει τη μεταφυσική του. Από αυτή την άποψη, δεν θα δίσταζα να τον αναγνωρίσω ως «μεταφυσικό ποιητή», αλλά μιας μεταφυσικής απολύτως ριζωμένης στη φυσική.
  • Ποίηση έντονα αισθησιακή, αλλά και ποίηση που διέπεται από μια ακριβή και λεπτομερή αντίληψη του κόσμου και των νόμων του.
  • Ποιητής πιστός στον εαυτό του, αλλά ταυτόχρονα ποιητής που ποτέ δεν επαναλαμβάνεται, κάτι που σπάνια συναντάται, σε συνεχή αναζήτηση του εαυτού του και της καλύτερης φωνής για να εκφραστεί κάθε φορά. Δεν υπάρχει συλλογή στην οποία να έχει αφεθεί στο ήδη κατακτημένο, στην οποία να έχει ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.  Δεν υπάρχει κανένα έργο της ποιητικής του παραγωγής που να μοιάζει με κάποιο άλλο, αν και αναμφίβολα υπάρχουν σταθερές  όχι μόνο θεματικές αλλά και εκφραστικές, στυλιστικές και τεχνικές.
  • Φωτεινή ποίηση, ποίηση αισιοδοξίας, όπως έχει τονιστεί πολλές φορές, αλλά και ποίηση της σκιάς, της εσωτερικής αναζήτησης, ενός φωτός που σιγά-σιγά διαπερνά τους σκοτεινούς λαβυρίνθους του ανθρώπινου υποσυνείδητου.

Ο Ελύτης και το έργο του φαίνεται να κινούνται πάντα σε αυτά τα ζεύγη εννοιών. Είναι λοιπόν άσκοπη η προσπάθεια να τον ορίσουμε, γιατί αμέσως θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μια αντίθετη πραγματικότητα έτοιμη να μας διαψεύσει. Στο έργο του οι τυποποιημένοι παράμετροι της ορθολογικής μας γνώσης δύσκολα εφαρμόζονται, γιατί η πραγματικότητα της ποίησής του ανήκει σε μια διαφορετική διάσταση του πνεύματος.

Όλη η ποίησή του χαρακτηρίζεται από μια διπλή κατεύθυνση, μια ταλάντευση μεταξύ λυρικής και φιλοσοφικής έμπνευσης. Στην κατηγορία της λυρικής έμπνευσης ανήκουν συλλογές όπως Προσανατολισμοί, Το Μονόγραμμα και όχι μόνο. Με τη φιλοσοφική έμπνευση συνδέονται έργα όπως Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, Η Γένεσις στο Άξιον Εστί, Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας.

Στα τελευταία έργα ο Ελύτης θα οδηγηθεί στη συνύπαρξη, στην αρμονική συγχώνευση αυτών των δύο τάσεων. Αρκεί να σκεφτούμε Το Μικρό Ναυτίλο, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, Δυτικά της λύπης, τα τελευταία ποιήματα της μεταθανάτιας συλλογής Εκ του πλησίον αλλά κυρίως, θα έλεγα, στα τελευταία του πεζά κείμενα του τόμου Εν λευκώ, όπου δεν υπάρχει πλέον διαφορά μεταξύ πεζού λόγου και ποίησης, μεταξύ σκέψης, αίσθησης και συναισθήματος, μεταξύ λυρικής έμπνευσης και φιλοσοφικής σκέψης.

Η σκέψη «αισθάνεται» και οι αισθήσεις «σκέφτονται». Η σκέψη του δεν προχωρά με αφαιρέσεις, αλλά με αισθήσεις και εικόνες, φανερώνεται με μια εξαιρετικά συγκεκριμένη, σωματική και αισθησιακή γλώσσα, δεν υπάρχει χώρος για εγκεφαλικές πραγματώσεις. Πρέπει να  δίνουμε «τις ιδιότητες που αφορούν τα έμψυχα στα άψυχα ή τα απτά στα νοητά[1]»

Όλη η δουλειά του, στην ποίηση και στην πεζογραφία, βασίζεται στη μεταφορά. Αν δεν λάβουμε υπόψη αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «αντιστοιχία μέσω αναλογίας», χάνουμε μεγάλο μέρος του νοήματος των εικόνων του και παραμένει άγνωστη η δημιουργική του μέθοδος. Η αναλογία στην ποίησή του έχει τέτοια δύναμη που κάνει το ασήμαντο και το ελάχιστο να πλησιάζουν το σημαντικό και το καίριο, τα φαινόμενα να ενώνονται ξεπερνώντας τον αποσπασματικό τους χαρακτήρα. Μια διαδικασία που οδηγεί στην διεύρυνση της εσωτερικής όρασης, επιτρέποντας να φτάσουμε να δούμε το μονοδιάστατο και συνάμα πολύφθογγο σημείο της μεταφορικής τους σημασιολογίας”, όπως γράφει ο ίδιος ο Ελύτης στο Σχέδιο για μιαν εισαγωγή στο χώρο του Αιγαίου[2].

Η πλούσια φαντασία του συνδυάζεται με μια αυστηρή και απόλυτα δομημένη μορφή που την υποστηρίζει και την οριοθετεί. Σε αυτό το σημείο ο δρόμος του Ελύτη διαχωρίζεται σαφώς από τον υπερρεαλισμό που τον είχε αρχικά γοητεύσει, προχωρώντας σε εντελώς αυτόνομες και πρωτότυπες κατευθύνσεις δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στη δομή κάθε ποιητικής του δημιουργίας. Πώς να μην σκεφτούμε τη μαγευτική αριθμητική και γεωμετρική αρχιτεκτονική ενός από τα υψηλότερα δείγματα ερωτικής ποίησης όλων των εποχών, Το Μονόγραμμα. Ένστικτο,  αίσθηση,  διαίσθηση, συναίσθημα,  αντι-ορθολογική σκέψη συναντώνται με τη λογική της γεωμετρίας, με την τάξη μιας γεωμετρικής δομής. Από αυτό προκύπτει μια  πρωτοποριακή και επαναστατική σύνταξη του λόγου. Στο όραμα του Ελύτη υπάρχει ένα σύνολο εντός του οποίου συγκροτείται μια πλοκή που υπονοεί και ενώνει τα πάντα, μια έγνοια που κοιτάζει το σύνολο και όχι το μέρος, και το συνθετικό σύνολο είναι σημαντικό και από σημασιολογική άποψη.

Από τη συνάντηση λογικής και συναισθήματος, δημιουργικής φαντασίας και μορφής γεννιέται η ποιητική του. Και λογική σημαίνει να κοιτάζεις όχι το μεμονωμένο στίχο, τη μεμονωμένη λέξη, αλλά τη συνολική δομή που στηρίζει ένα κείμενο. Η ανάγκη και η προσοχή στη σύνθεση είναι όμως εντός του έργου, σε αυτό βρίσκουν τον λόγο και την δικαίωση της ύπαρξής τους. Μέριμνα αρχιτέκτονα αλλά και μαέστρου, γιατί πρόκειται για την «εναρμόνιση», την απόδοση όλων των διαφορετικών τόνων χωρίς ο ένας να επισκιάζει τον άλλο, ώστε να εκφραστεί πλήρως η αρμονία των εσωτερικών πολυμορφιών του έργου.

Είναι λοιπόν σαφές ότι για τον Ελύτη δεν υπάρχουν ασήμαντες ή μη ποιητικές λέξεις. Το σύνθημα δεν είναι ο κανόνας και η συνήθεια, αλλά η παράβαση: να αγνοούμε την καθιερωμένη χρήση της γλώσσας, παραβαίνοντάς την και αποδίδοντας ξανά στη λέξη εκείνο «το σκίρτημα του νεανικού οργανισμού[3]».

Στη Γένεσι γράφει:

Να το σπαράγγι να ο ριθιός
να το σγουρό περσέμολο
το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι
ο στύφνος και το μάραθο
Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’αρθρώσω
«Εύγε» μου είπε «και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις»[4]

 

Το ασήμαντο δεν υπάρχει, αντίθετα είναι σε αυτό ακριβώς που ο ποιητής πρέπει να σκάψει για ν’ ανακαλύψει την αρχική, αρχετυπική αξία της γλώσσας και ταυτόχρονα την ουσία της πραγματικότητας.

Ένας ζωγράφος μου εξήγησε πόσο απαραίτητο είναι, για να επιτύχεις φωτεινές χρωματικές αποχρώσεις, να ξεκινάς από όσο το δυνατόν πιο σκούρα χρώματα: μόνο έτσι το φως έχει βάθος και ταυτόχρονα εκτοξεύεται στα ύψη, «ανυψώνεται», ακριβώς όπως ανεβαίνει το φως του Ελύτη. Οι δύο τόνοι δεν πρέπει ποτέ να διαχωρίζονται, στο λευκό θα υπάρχει πάντα το μαύρο και στο μαύρο πρέπει πάντα να υπάρχει η δυνατότητα του λευκού. Έτσι είναι ήδη από την εποχή της συλλογής Μονόγραμμα, όπου διαβάζουμε: «Πάντα εμείς το φως και η σκιά»[5]. Και στη Γένεσι γράφει:

το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση
του μαύρου Την ελπίδα ως τα δάκρυα
Τη χαρά ως την άκρα απόγνωση [6]

 

Στο έργο του Ελύτη το φως δεν είναι μια στατική κατάσταση, αλλά μια συνεχής κατάκτηση που επιτυγχάνεται μέσω της κατάβασης στο σκοτεινό μέρος του εαυτού μας.  Είναι μέσω της αποδοχής της σκιάς που μπορεί κανείς να φτάσει στην ενσωμάτωση τού σκοτεινού του εαυτού, προϋπόθεση κάθε διαδικασίας εξατομίκευσης.

Η γνώση είναι λοιπόν η συνειδητοποίηση των οξύμωρων και αντιθετικών καταστάσεων και ταυτόχρονα η αγωνία για την υπέρβασή τους, για την ενσωμάτωση των αντιθετικών φωνών. Αυτό συμβαίνει  στο Άξιον Εστί και ειδικότερα στη Γένεσι, όπου βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική διάσπαση του προσώπου σε ένα υποκειμενικό, ατομικό εγώ («Εκεί μόνος αντίκρισα/τον κόσμο») και ένα εαυτό που υπερβαίνει την ιστορία: «ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν». Για αυτόν τον αιώνιο εαυτό  μιλάει και ο Jung, μια διεύρυνση της ατομικής συνείδησης που αντιστοιχεί στην ενσωμάτωση της συνείδησης και του υποσυνείδητου. Ένα ταξίδι γνώσης που περνάει από τον πόνο, την στέρηση: μόνο μέσω της εμπειρίας φτάνουμε στην αληθινή γνώση και στην αφομοίωσή της.

Η ποιητική του διάσταση βρίσκεται λοιπόν στη διαλεκτική σε δύο συνιστώσες: το φως και η σκιά, η σκιά που καταφέρνει να μετατραπεί σταδιακά σε φως. Κάθε φως πρέπει να έχει τη σκιά του για να λάμψει.

Τα άκρα στην ποίησή του παύουν να είναι αντίθετα, καταλήγουν μάλλον να συμπίπτουν, δημιουργούνται μαζί, χωρίς  καμία προτεραιότητα του ενός ή του άλλου: αλγηδόνα-ευφροσύνη, πηλός-ουρανοσύνη, φως-ένστικτο.  Αν και εντελώς αντίθετες, αυτές οι πραγματικότητες δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά διαπλέκονται. Μόνο ακολουθώντας αυτή την πορεία μπορούν οι λέξεις να έχουν διαρκή επίδραση στην πραγματικότητα,  να την αλλάξουν και να δημιουργήσουν κίνηση.

Η γνώση του κόσμου εμπιστεύεται έτσι στον λόγο, ικανό να διεισδύσει στο μυστήριο, να ανοίξει την πόρτα στο αόρατο, να διερευνήσει το Άγνωστο. Εισέρχεται με λάμψεις σοφίας αλλά αναδύεται με την ίδια έκπληξη, γιατί μόνο για μια στιγμή μπορεί να αγγιχτεί η Αλήθεια: «Ο άγνωστος πού υπήρξα πάλι ο άγνωστος να γίνω», γράφει στο Σωλομού συντριβή και δέος (Τα ελεγεία της Οξώπετρας[7]).

Το αληθινό μυστήριο είμαστε εμείς οι ίδιοι, αυτό που σε ένα άλλο ποίημα της ίδιας συλλογής ορίζεται ως «ένα θαλασσοπούλι τ’ ορφανό πάνω απ’ τα κύματα»[8] και που απομένει αφού τα θηρία του, τα θηρία εντός του,  έχουν γίνει στάχτη.

Η ποίησή του σημαδεύει την πορεία  προς την προσωπική πραγμάτωση που, κατά βάθος, δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το να ανακαλύψουμε ποιοι πράγματι είμαστε για να γίνουμε ακριβώς αυτό που από την αρχή, «εν δυνάμει», ήμασταν.

Είναι ο δρόμος για τον οποίο ο Ελύτης είχε γράψει στα Ανοιχτά Χαρτιά: «Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, αλήθεια, είναι να γίνει κανείς εκείνο που πραγματικά είναι και η ποίηση αποτελεί το δρόμο μιας  αυτοσυνάντησης όπως αυτή»˙[9] και στο Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό είχε γράψει: «Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι».[10]

Και στον τελευταίο ύμνο της Γενέσεως διαβάζουμε:

 

Και αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Πέρασε μέσα μου Έγινε
αυτός που είμαι[11]

 

Είναι λοιπόν η οδός της κάθαρσης, μιας κάθαρσης όμως μέσα στην ύλη, ένας «εξαγιασμός των αισθήσεων», σε μια συνεχή επίγνωση του εαυτού και της «ιδιωτικής του οδού». Όπως είχε ήδη γράψει στη Γένεσι, η πάλη δεν είναι ενάντια ή έξω από αυτόν τον κόσμο, ενάντια και πέρα από το ένστικτό μας, αλλά μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα και τη φυσική της διάσταση:

«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε[12]

 

Με αυτά τα λόγια του Ελύτη, που ηχούν σαν ευχή για να μπορέσει ο καθένας μας να πραγματοποιήσει την «ιδιωτική του οδό», κλείνω την σύντομη ομιλία μου ευχαριστώντας σας για την προσοχή και την εκτίμησή σας.

Η Paola Maria Minucci, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης από το 1981 έως το 2018, Kριτικός και Mεταφράστρια, αναγορεύτηκε Επίτιμη Διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, στις 12.11.2025. Το κείμενο που δημοσιεύεται εδώ είναι η αντιφώνησή της κατά την τελετή της αναγόρευσης.
[1]   Οδ. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος, Αθήνα 2006, σ. 168.
[2]   Αυτόθι, σ. 23.
[3]   Οδ. Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 2004, σ. 4.
[4]   Οδ. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 125.
[5]   Αυτόθι, σ. 254.
[6]   Αυτόθι, σ. 128.
[7]   Αυτόθι, σ. 558.
[8]   Αυτόθι, σ. 568.
[9]   Οδ.Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, ό.π., σ. 641.
[10]  Οδ. Ελύτης, Ποίηση, ό.π., σ. 195.
[11]  Αυτόθι, σσ. 132-3.
[12]  Αυτόθι, σ. 121.

Άλλα κείμενα στο

Τεύχος 26​​​​

Άλλα κείμενα της κατηγορίας

UNIVERCITY​​​​