Μα, ένα ακόμα βιβλίο για τον Καβάφη;

Ο Κ.Π. Καβάφης είναι ο ποιητής που έχει μεταφραστεί σε πολλές δεκάδες γλωσσών και έχει απασχολήσει τις φιλολογικές σπουδές ανά τον πλανήτη. Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, διατριβές, μελέτες, συνέδρια…, σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα και χρονικές συγκυρίες, έχουν θέσει ως κεντρικό τους άξονα το καβαφικό σύμπαν, αναλύοντας το έργο, την πρόσληψη και τη λογοτεχνική του συνομιλία, αξιολογώντας κριτικά ακόμα και την ίδια την καβαφική κριτική. Πέρα από τον ποιητή έχουμε τον «ιστορικό», τον «πολιτικό», τον «αισθητιστή», τον «ερωτικό», τον «αναγνώστη», ακόμα και τον «γεωγράφο» Καβάφη και ο Αιγυπτιώτης λογοτέχνης είναι πλέον ο «παγκόσμιος Καβάφης».

Στη βιβλιογραφία συναντάμε ένα μικρό βιβλίο, μόλις 128 σελίδων, και μάλιστα σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-αγγλικά), με άκρως ενδιαφέρουσα οπτική: Βασίλης Κολώνας, Η Πόλις. Ο αστικός χώρος στον Κ.Π. Καβάφη, University Studio Press, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, 2024. Ο Β. Κολώνας, καθηγητής Αρχιτεκτονικής και ειδικός στην ιστορία του άστεως, έχει ασχοληθεί με τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, θέτοντας στο κέντρο του επιστημονικού, και όχι μόνο, ενδιαφέροντός του, την πόλη της Θεσσαλονίκης στη διαχρονία της. Μετά από μια πρόσφατη έκδοσή του για τη Σμύρνη (2023), συνεχίζει το αφηγηματικό του πρόγραμμα στις πολυπολιτισμικές πολιτείες της Μεσόγειου οδηγούμενος στον γοητευτικό αστικό χώρο της Αλεξάνδρειας του Καβάφη.

Πώς, όμως, ο ιστορικός της αρχιτεκτονικής συναντά τον ποιητή;

Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι αυτό απαιτούσε τόλμη και ψυχραιμία. Το βιβλίο ξεκινά με τη δεδομένη θέση ότι ο Καβάφης είναι ο ποιητής της πόλης, όπου η φύση ελάχιστα τον εμπνέει, και εύγλωττα προτάσσει ένα από τα πλέον δημοφιλή ποιήματά του, «Η πόλις», το οποίο αποτελεί και τον βασικό τίτλο του βιβλίου. Ο εναρκτήριος στίχος του ποιήματος (Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα»), με όλη την καβαφική ειρωνεία στον πυρήνα του, παρέχει στον συγγραφέα το σημείο εκκίνησης για την αναζήτηση της πόλης στην ποίηση. Τα χωρικά πλαίσια του ποιητή συμπίπτουν εν πολλοίς με το ερευνητικό ενδιαφέρον του αρχιτέκτονα. Ο Κολώνας διαπιστώνει ότι η εικονογραφία του αστικού χώρου στον Καβάφη επιτυγχάνεται επιλεκτικά με τον συνδυασμό χαρακτηριστικών σημείων αναφοράς και θέτει από την αρχή μια θεμελιώδη διάκριση, πάνω στην οποία θα δομήσει την ανάλυσή του: έχουμε ποιήματα που αφορούν ιστορικές πόλεις και ποιήματα που αφορούν σύγχρονες πόλεις, όπου έζησε ο ίδιος ο ποιητής και θα μπορούσε να τις περιγράψει μέσα από την προσωπική του εμπειρία. Η αναζήτηση του καβαφικού χώρου διευρύνει την επιστημονική μεθοδολογία του αρχιτέκτονα συγγραφέα, η οποία, κινούμενη σταθερά ανάμεσα στον ιστορικό και ενεστώτα χρόνο, διέρχεται μέσα από το έργο μελετητών του ποιητή αλλά και εμβληματικών συγγραφέων όπως οι Durrell, Forster και Τσίρκας, για να αποτυπώσει τη σχέση των ποιητικών υποκειμένων και του πλαισίου δράσης τους.

Οι ιστορικές πόλεις για τον Καβάφη δεν είναι τα μεγάλα σύμβολα Αθήνα, Ρώμη, Κωνσταντινούπολη ή Κάιρο. Είναι μυθικές πολιτείες της όψιμης ελληνιστικής περιόδου (Αντιόχεια, Σελεύκεια, Σιδώνα, Σούσα), «ελληνικές», πολυεθνικές αλλά ελληνόφωνες, που γίνονται οι ιδεατοί τόποι δράσης των ηρώων και διαδοχής γεγονότων στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας («Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός»). Εδώ, διαπιστώνει ο Κολώνας, η αστική αίσθηση παρουσιάζεται, ρεαλιστικά αποτυπωμένη, σε όλες τις δυνατές μορφές: δρόμοι, πλατείες, αγορές, δημόσια κτίρια, χώροι κοινωνικών συναθροίσεων (βουλή, θέατρο, γυμνάσιο, βιβλιοθήκη, ναοί, μαυσωλεία), πολυτελείς εσωτερικοί χώροι αποδίδονται, χωρίς να ταυτοποιούνται τα τοπόσημα…

Στη σύγχρονη πόλη, αντίθετα, τονίζει ο Κολώνας, ο ποιητής περιορίζεται στην πόλη που βλέπει από το παράθυρό του, την ενύπαρκτη Αλεξάνδρεια, όπου το βάρος δίνεται στις ανώνυμες συνοικίες, στη μικρή κλίμακα, στον ιδιωτικό χώρο, στις συνθήκες διαβίωσης και, κυρίως, στην ατμόσφαιρα. Στην εξέλιξη της ποίησής του ο Καβάφης, υποστηρίζει ο συγγραφέας, θα απαρνηθεί την ευρωπαϊκή πόλη των νεανικών του χρόνων, εξετάζοντας την παρακμή που επέφερε η μεταβολή της κυριαρχίας στον παροικιακό ελληνισμό. Οδηγείται σε μια άλλη Αλεξάνδρεια, που ζει στο περιθώριο, εκεί όπου μπορεί ελεύθερα να δημιουργήσει ένα αστικό πλαίσιο μακριά από συμβάσεις, με γωνιές και στέκια που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς και σε άλλα Μεσογειακά «εμπορεία». Το αιγυπτιακό λιμάνι μεταμορφώνεται, τελικά, σε μια πόλη απρόσωπη και ανώνυμη, που του προσφέρει το σκηνικό και τους κώδικες για τις ποιητικές του ανάγκες και το ασκημένο μάτι του αρχιτέκτονα συλλαμβάνει, με τη δική του οπτική, την καβαφική αίσθηση. Οι χώροι, παρατηρεί ο συγγραφέας, αποδίδονται συνειρμικά, δεν κατονομάζονται και, όπως συμβαίνει αντίστοιχα στην «ιστορική» πόλη, ο αταύτιστος αστικός χώρος επιτρέπει στον μπωντλαιρικό flâneur-ποιητή να είναι αόριστος. Όταν ο φακός εστιάζει στο ιδιωτικό, τότε η κατοικία, οι μικρές κάμαρες ή τα «σπίτια της ηδονής» εικονογραφούνται επίσης αφαιρετικά, σε ήπιους τόνους, με χαμηλό φωτισμό, ενώ, αντίθετα, η επίπλωση και ο διάκοσμός τους περιγράφονται αναλυτικά, με κινηματογραφικές λεπτομέρειες, σαν σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες. Ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τα δικά του επιστημονικά εργαλεία, προσεγγίζει εκ νέου τους στίχους και διαπιστώνει ότι ο Καβάφης, για την ενίσχυση του ποιητικού του λόγου, επιλέγει να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία ή έπιπλα που αποκτούν συμβολικές ιδιότητες, όπως οι σκάλες (διπλή λειτουργία ανόδου-καθόδου, συναντήσεις ηρώων) ή οι καθρέφτες (είδωλα, ηδονοβλεψία, ανταλλαγή διάμεσων βλεμμάτων).

Ο Κολώνας ανοίγει αυτονόητα το βιβλίο του με το ποίημα «Η πόλις» και το επιλογίζει με το επίσης διάσημο «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», όπου η εντύπωση του εγκλωβισμού αντιστρέφεται. Εδώ, η πόλη δικαιώνεται, γίνεται το όραμα του «εξαίσιου μυστικού θιάσου» που συμπυκνώνει τον ιδεώδη βίο και προσφέρεται ως δώρο στον Ρωμαίο στρατηγό που αξιώθηκε μια «τέτοια πόλη».

Το βιβλίο περιλαμβάνει, επίσης, φωτογραφίες του συγγραφέα από την Αλεξάνδρεια της περιόδου 1991-2009, όπου παρουσιάζονται κτίρια ελληνικών ιδιοκτησιών και επιχειρήσεων, ανώνυμες γειτονιές και δρόμοι στην οθωμανική συνοικία, εύλογες λεπτομέρειες κτιρίων που συνομιλούν με τον ποιητικό χώρο, ενώ οι απόψεις της Corniche, οι εγκαταλελειμμένες ακτές και οι οπτικές φυγές προς το Kait Bey υπογραμμίζουν τον αέναο διάλογο της πόλης με τη θάλασσα και αναδεικνύουν έναν «αστικό χώρο υπό δοκιμασία…».

Το κείμενο έχει μακρά προϊστορία και πολλές γραμματειακές μεταμορφώσεις, με αφετηρία τη συνεργασία του Β. Κολώνα με τον αείμνηστο Κωστή Μοσκώφ στην Αλεξάνδρεια το μακρινό 1991. Το βιβλίο, πέραν του ότι αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη για το ανεξάντλητο ενδιαφέρον για την ποίηση του Καβάφη και ρισκάρει θαρραλέα τη συνομιλία του με τη νεοελληνική λογοτεχνία, καταφέρνει, τελικά, να προσθέσει τη δική του ψηφίδα στον καβαφικό μαραθώνιο, που ολοκληρώνεται με μια διεπιστημονική κατακλείδα: «Το μυστήριο της Αλεξάνδρειας του εικοστού αιώνα δεν βρίσκεται σε αυτό που είναι ή υπήρξε σε κάποια δεδομένη στιγμή, αλλά στη δύναμή της να εμπνέει, όσο ίσως καμία άλλη πόλη στην εποχή μας, τη δημιουργία ποιητικών πόλεων κατ’ εικόνα της».

Άλλα κείμενα στο

Τεύχος 26​​​​

Άλλα κείμενα της κατηγορίας