
Στον Νυχτερινό Εκφωνητή, ο Ρένος Χαραλαμπίδης επιστρέφει με μια ταινία μικρής διάρκειας αλλά μεγάλης συναισθηματικής ακτίνας. Η ιστορία είναι απλή. Ένας βετεράνος νυχτερινός ραδιοφωνικός παραγωγός, τη βραδιά που κλείνει τα πενήντα, βγαίνει στον αέρα με μια «εκπομπή γενεθλίων» και αποφασίζει να ξετυλίξει τη ζωή του ζωντανά, αναζητώντας έναν παλιό, ανολοκλήρωτο έρωτα μέσα από ηχογραφημένα μηνύματα που έχει φυλάξει σε έναν παλιό τηλεφωνητή. Πίσω από αυτό το απλό εύρημα κρύβεται ένα πολύ καθαρό δραματουργικό πλαίσιο‧ ένας άντρας στην οριακή στιγμή της συνειδητοποίησης ότι ανήκει πλέον «στους άλλους», στους μεγαλύτερους, δηλαδή σε μια κατηγορία ανθρώπων που η κοινωνία συχνά θεωρεί παροπλισμένη. Η αναζήτηση του νεανικού έρωτα λειτουργεί ως πρόφαση για κάτι πιο βαθύ‧ την ανάγκη να επαναδιαπραγματευτεί το παρελθόν του, να μετρήσει τι έχασε, τι άφησε στη μέση, τι δεν τόλμησε ποτέ. Το ραδιόφωνο γίνεται ο ιδανικός μηχανισμός γι’ αυτή τη δημόσια–ιδιωτική εξομολόγηση. Ο ήρωας μιλάει σε όλο το κοινό του αλλά ουσιαστικά απευθύνεται στη μία.
Η ταινία ακροβατεί σε ένα εκκρεμές ανάμεσα στη νοσταλγία και τη συνειδητοποίηση. Από τη μία, υπάρχει η τρυφερή αναπόληση των ’90s, των πρώτων ερώτων, της θητείας στην προεδρική φρουρά, των πιο «αναλογικών» τεχνολογιών (κασετόφωνα, τηλεφωνητές, βινύλια). Από την άλλη, ο ήρωας δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν του: Η ηλικία, η μοναξιά, το αίσθημα ότι η ζωή δεν γράφεται από την αρχή μόνο και μόνο επειδή το θέλει. Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα σε γλυκό και πικρό, χωρίς να πέφτει σε εύκολη μελοδραματική έξαρση. Από τον σταθμό του μετρό «Ακρόπολη» μέχρι το ραδιοφωνικό στούντιο, από την πύλη του Αδριανού έως τη Ρωμαϊκή αγορά, ο ήρωας προσπαθεί να κλείσει τη δική του εκκρεμότητα νεότητας ή μάλλον προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μέσα από αυτή.
Με όρους φόρμας, ο ραδιοθάλαμος είναι το κλειστό σκηνικό μέσα από το οποίο απλώνεται μια ολόκληρη πόλη. Ο εκφωνητής μιλάει, οι μουσικές παρεμβάλλονται, τα παλιά μηνύματα ξανακούγονται και η Αθήνα της νύχτας απλώνεται νοητά έξω από το τζάμι. Δρόμοι, πεζοδρόμια, ακροατές που οδηγούν, άνθρωποι που δεν κοιμούνται. Η ταινία χτίζει έτσι ένα ιδιότυπο soundscape. Οι φωνές, τα τραγούδια, τα ηχογραφημένα μηνύματα γίνονται υλικό μνήμης, σχεδόν ισότιμο με την εικόνα. Αυτή η συνάντηση κινηματογράφου και ραδιοφωνικής λογικής αποτελεί ένα ενδιαφέρον σημείο προσέγγισης της ταινίας.
Ο Χαραλαμπίδης, ως σεναριογράφος–σκηνοθέτης–πρωταγωνιστής, στήνει έναν χαρακτήρα που ισορροπεί σε μια λεπτή γραμμή. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με χιούμορ, ευαισθησία και γοητεία αλλά ταυτόχρονα έναν άντρας που δυσκολεύεται να δεχτεί ότι η ζωή προχωρά χωρίς αυτόν στο κέντρο. Η ερμηνεία του είναι χαμηλόφωνη, γεμάτη μικρές παύσεις και δισταγμούς, που ταιριάζουν ιδανικά με τη ραδιοφωνική περσόνα. Δεν «παίζει» τον ρόλο, τον αφήνει να απλωθεί με τον ρυθμό της φωνής. Οι γυναικείοι ρόλοι, κυρίως η μεσήλικη ακροάτρια που τον ακούει και διστάζει να τηλεφωνήσει, προσθέτουν μια δεύτερη οπτική. Όχι μόνο ο άντρας που εξομολογείται, αλλά και εκείνη που ακούει, ζυγίζει, επιλέγει αν θα μπει ή όχι στην ιστορία του.
Αν κάτι μπορεί να θεωρηθεί αδυναμία, είναι ότι η πλοκή είναι πολύ συμπαγής και ίσως υπερβολικά «καθαρή». Όλα συμβαίνουν μέσα σε ένα βράδυ, σε μια εκπομπή, σε μια διαδρομή μνήμης που περνά αρκετά γρήγορα από πιθανές σκοτεινές γωνιές του παρελθόντος. Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως κάποιος θεατής να αναζητούσε περισσότερες ρωγμές, περισσότερη σύγκρουση και λιγότερη προστατευτική ομίχλη νοσταλγίας. Ωστόσο, αυτό το συνειδητό στιλιστικό φίλτρο είναι και η γοητεία της ταινίας. Μοιάζει με νυχτερινή εκπομπή που ακούς στο αμάξι γυρνώντας σπίτι. Ξέρεις ότι δεν θα «λύσει» τα προβλήματά σου αλλά για λίγο σε κάνει να σκεφτείς αλλιώς τον χρόνο που πέρασε και τον χρόνο που απομένει.
Δεν είναι μια ταινία που εντυπωσιάζει με την πλοκή της ή το production value. Είναι όμως μια τρυφερή, συνειδητά «μικρή» ιστορία για το πώς ένας άνθρωπος αποφασίζει, έστω για ένα βράδυ, να μιλήσει ανοιχτά για όλα όσα νόμιζε ότι θα έχει πάντα χρόνο να πει. Μέχρι να μείνει μόνος με τα αγάλματα. Ή να επιλέξει να ζήσει με τις αναμνήσεις του σε μια εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, όπως ακριβώς και τα αγάλματα. Μόνο που αυτά δεν είναι είχαν ποτέ το δικαίωμα επιλογής.


