
Ολοένα και περισσότερο, οι αναλυτές της πολιτικής επικοινωνίας δίνουν έμφαση στη σχέση της ανάδυσης των νέων αυταρχικών καθεστώτων με τη χρήση της γραφής και της ανάγνωσης. Ακόμη και στην περίπτωση του προέδρου των ΗΠΑ, έχει παρατηρηθεί πως ο λόγος του συνοδεύεται από σύντομες λέξεις, απλές προτάσεις, κοφτό ρυθμό ομιλίας και, εν γένει, από την υιοθέτηση ενός ύφους που συνδυάζει την «επιβολή του ισχυρού» με την εκφώνηση μιας «καθημερινής» προφορικής ομιλίας. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο, ο λόγος του αυταρχικού λαϊκισμού εξασφαλίζει την πειθώ, μέσω ενός «διαισθητικά αληθινού» μηνύματος, το οποίο δίνει περισσότερο έμφαση στη φωνητική χροιά της αμεσότητας παρά στην επιχειρηματολογία. «Το μέσο είναι το μήνυμα», έλεγαν οι παλιοί ερευνητές της επικοινωνίας. Πολλές από τις σύγχρονες επιστημονικές μελέτες, συνδέουν μάλιστα αυτό το εξουσιαστικό ύφος με τη χρήση των νέων τεχνολογιών και τον «γραμματισμό» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: μικρά κείμενα, ακραίος υποκειμενισμός, εκφραστική επιθετικότητα, συναισθηματικές εξάρσεις, που συμπυκνώνονται σε εικονικά emoji. Οι πολίτες δεν είναι πια συνηθισμένοι να διαβάζουν μεγάλα κείμενα, δεν μπορούν να συγκρατήσουν πληροφορίες, δεν θέλουν να ασκηθούν στην τέχνη της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Μήπως το «σκρολάρισμα» έχει δημιουργήσει μια νέα οικονομία του νοήματος, που και αυτή, με τη σειρά της, έχει διαμορφώσει μια νέα «πολιτική οικονομία»;
Εδώ και καιρό, το διαδίκτυο έχει εξελιχθεί σε έναν προνομιακό αγωγό της «προσβλητικής επικοινωνίας» και της προσωπικής αυτο-προβολής, στο όνομα μιας καταγγελτικής εκστρατείας απέναντι στους «διεφθαρμένους», στους «ψεύτες», στους «τεμπέληδες», στους «κουλτουριάρηδες», στους «διανοούμενους», στις «ελίτ» κλπ. Αυτός ο νέος ηθικισμός εδράζεται πάνω στην κολακεία των συλλογικών συναισθημάτων, γεγονός που σηματοδοτεί την υποχώρηση της πολιτικής και την ανάδειξη των θυμικών αντιδράσεων του λαού. Αυτός ο υπερβατικός λαός των συναισθηματικών εκρήξεων και των καταγγελιών ταυτίζεται με τον θυμωμένο ηγέτη, που καταγγέλλει τους πάντες και, κυρίως, «μιλάει τη γλώσσα του». Η συγκινησιακή ταύτιση και η «γλώσσα τους σώματος»
γίνεται πλέον το πεδίο των συμβολικών ταυτίσεων που οδηγούν, σε πολλές χώρες, το εκλογικό σώμα να επιλέγει κυβερνητικές λύσεις που, χωρίς να έχει λύσεις, εκφράζει τη μόνη και μία λύση: την άρνηση. Τα παλιά ιδανικά του Διαφωτισμού, η κουλτούρα, δηλαδή, της αυτογνωσίας και της έλλογης εξήγησης των κοινωνικών προβλημάτων έχει δώσει τη θέση της σε μια κουλτούρα της μνησικακίας.
Το θέμα των νεογλωσσικών κατασκευών και της αυταρχικής/ολοκληρωτικής σκέψης το είχε θέσει, αρκετά νωρίς, ένας σπουδαίος λογοτέχνης και δοκιμιογράφος, ο Τζορτζ Όργουελ. Το “new speak”, για τον Όργουελ δεν ήταν μόνο ένα γλωσσικό ζήτημα: από τον Ισπανικό Εμφύλιο μέχρι την αντιφασιστική αντίσταση και από τον Β΄ Παγκόσμιο μέχρι τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου, ο Όργουελ επιχείρησε να αποτυπώσει τους κινδύνους της ευρωπαϊκής δημοκρατίας αλλά και την ανησυχία του για τις μελλοντικές κοινωνίες, που θα έχουν «εκπαιδευτεί» σε αυτή τη νέα γλώσσα. Ο Όργουελ έγραφε απομονωμένος το 1984, με κλονισμένη υγεία μέσα στη βαρυχειμωνιά, γνωρίζοντας πως η επιλογή του θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις. Ήταν σχεδόν ετοιμοθάνατος, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο αλλά, παρ’ όλα αυτά, κατάλαβε πως ο «Μεγάλος Αδελφός» είναι μάλλον ένα υπαρκτό σενάριο για το δυστοπικό μέλλον των δυτικών κοινωνιών. Η βασική διαφορά ανάμεσα στη δική του επινόηση και στο σημερινό λόγο της δήθεν άμεσης αυθεντικότητας είναι πως η ιδεολογική χειραγώγηση προϋποθέτει το «ξεκούμπωτο» στυλ της προσβολής.
Το 1984 δεν ήταν όμως ένα μελλοντολογικό βιβλίο. Είναι μια πρόκληση για να σκεφτούμε για το πώς η λογοτεχνία και οι Ανθρωπιστικές Σπουδές μπορούν σήμερα να είναι ξανά επίκαιρες. Η ανάλυση της γλώσσας και η ερμηνεία των νοημάτων, τα βασικά, δηλαδή, εργαλεία των φιλολόγων, μπορούν να γίνουν όχι μόνο μια μέθοδος ανάλυσης του αυταρχικού λόγου αλλά και ένας τρόπος υπεράσπισης της δημοκρατίας. Απαραίτητη προϋπόθεση για όλα αυτά είναι να συνηθίσουμε να διαβάζουμε μεγάλα κείμενα, να αποκωδικοποιούμε τα επιχειρήματά τους, και, κυρίως, να μάθουμε (ξανά) γραφή και ανάγνωση. Για πολλούς αιώνες, στη σχολική και πανεπιστημιακή παιδεία, έπαιζε τεράστιο ρόλο η Ρητορική. Μήπως ήρθε η ώρα να επιστρέψει;

