Οι σχολικές μονάδες που έκλεισαν φέτος πέρασαν το, έτσι κι αλλιώς, σοκαριστικό περσινό όριο: τα 762 κλειστά σχολεία έγιναν 766. Εάν μάλιστα συνεχιστεί η ίδια αυξητική τάση στο δημογραφικό πρόβλημα, υπολογίζεται πως μέχρι το 2035 θα έχουν «εξαφανιστεί» από τα σχολεία περίπου 430.000 μαθητές: το 1/3 του σημερινού μαθητικού πληθυσμού. Δίπλα στα σημερινά κλειστά σχολεία θα προστεθούν πολλά ακόμη, ενώ η ίδια «δημογραφική αλυσίδα» θα επηρεάσει και τον φοιτητικό πληθυσμό των πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων της χώρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το δημογραφικό δεν είναι πρόβλημα του μέλλοντος αλλά ένα πρόβλημα του παρόντος. Στην Ελλάδα, προφανώς οι πρώτες ενδείξεις παρουσιάστηκαν μέσα στην πρόσφατη οικονομική κρίση όταν χιλιάδες Έλληνες αλλά και χιλιάδες μετανάστες έφυγαν από τη χώρα, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ταυτόχρονα, όσοι νέοι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν στη χώρα, επιλέγουν συνειδητά την ατεκνία: στη δεκαετία 2011-2023, οι γεννήσεις υπολείπονται των θανάτων κατά 390.000 άτομα. Όλοι ποσοτικοί και ποιοτικοί δείκτες επιβεβαιώνουν ότι το δημογραφικό εξελίσσεται ταυτόχρονα σε ένα νέο «εθνικό πρόβλημα».
Συχνά, ωστόσο, η επίσημη ορολογία («εθνικό πρόβλημα») επιλέγεται προκειμένου να αποκρύψει, ή, έστω, να υποβαθμίσει, τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές όψεις του. Το δημογραφικό δεν είναι ένα πρόβλημα που προέκυψε από κάποιες τυχαίες επιλογές της «νέας γενιάς». Ακόμη και όταν-παλαιότερα- στη χώρα, οι δείκτες της φτώχειας ήταν αρκετά ψηλότεροι, η τεκνογονία δεν είχε υποστεί τέτοια υποχώρηση. Επομένως, η ανασφάλεια των νεότερων γενεών και η αμφιθυμία των νέων ζευγαριών ως προς την προοπτική της οικογένειας θα πρέπει να αναζητηθεί στην αρνητική επίδραση ορισμένων άλλων παραγόντων. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλούς από αυτούς αλλά, εντέλει, οι περισσότεροι συμπυκνώνονται σε δύο λέξεις: «κοινωνικό κράτος». Αυτό είναι που εξασφαλίζει υποστήριξη σε ζητήματα στέγασης, εγκυμοσύνης, νοσοκομειακής περίθαλψης, γονεϊκών αδειών, δωρεάν βρεφονηπιακών σταθμών κλπ. Δεν είναι τυχαίο ότι τα λουκέτα αφορούν κυρίως τα Νηπιαγωγεία και κατόπιν ακολουθούν τα Δημοτικά.
Επιπλέον, το δημογραφικό πρόβλημα συνοδεύεται και από ένα οξύ διαγενεακό χάσμα: το 51% των εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι άνω των 50 ετών, ενώ μόλις 1% είναι κάτω των 30 ετών. Αντίστοιχα, στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το 67,5% είναι πάνω από 50 ετών, ενώ μεσοσταθμικά η ηλικία των «αναπληρωτών/ τριών» αντιστοιχεί περίπου στα 40 έτη. Το ίδιο φαινόμενο εντοπίζεται και στο Πανεπιστήμιο. Σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες πλέον οι καθηγητές και οι καθηγήτριες συχνά φτάνουν να έχουν μισό αιώνα διαφορά με τους/τις μαθητές/τριες και τους/τις φοιτητές/τριές τους.
Σε μεγάλο βαθμό, επίσης, το δημογραφικό σχετίζεται με τον βαθμό (αλλά και τον τρόπο) με τον οποίον η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει τις μεταναστευτικές αλλά και τις μειονοτικές κοινότητες. Αν ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά στα στοιχεία, θα δει ότι τα σχολεία που πλήττονται άμεσα είναι τα μειονοτικά σχολεία (βλ. Ανατολική Θράκη), ενώ, την ίδια ώρα, υποχωρεί και η διαπολιτισμική εκπαίδευση στα αστικά κέντρα. Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι η μετανάστευση θα μπορούσε να λειτουργήσει απλώς ως ένα «ισοζύγιο γεννήσεων» σε μια χώρα που γερνάει. Αυτή η αντίληψη, που δυστυχώς ακούγεται συχνά, αναπαράγει ένα συγκαλυμμένο ρατσισμό και μια βιοπολιτική εργαλειοποίηση. Οι μετανάστες, άλλωστε, ως κοινότητες ασκημένες στον αγώνα της επιβίωσης, είναι πολύ περισσότερο και πολύ ταχύτερα προσαρμοσμένοι στην κινητικότητα και στην αναζήτηση νέων προοπτικών σε άλλες χώρες.
Σύμφωνα με όλα τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η Ελλάδα υπολείπεται σε όλα τα επιμέρους πεδία του δημογραφικού προβλήματος. Ο εθνικός πληθυσμός γερνάει και μειώνεται, η εργασία υψηλής αλλά και στοιχειώδους εξειδίκευσης δεν υποστηρίζεται από το ανάλογο ανθρώπινο (εγχώριο και μεταναστευτικό) δυναμικό, η πολιτισμική επιλογή της «προσωπικής ζωής» οδηγεί σε αναβολή ή και ματαίωση της σύστασης οικογένειας και της γέννησης παιδιών, ενώ, σύντομα θα προκύψουν και ζητήματα που θα αφορούν και τη γεωπολιτική ισχύ της χώρας. Με άλλα λόγια, το δημογραφικό δεν είναι ένα «εκπαιδευτικό» πρόβλημα αλλά ένα πολιτικό πρόβλημα, που ζητά επείγουσες λύσεις μακράς διάρκειας. Φέτος υποδεχόμαστε τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας με την ελπίδα να απαιτήσουν από τα κόμματα, από τους εκπαιδευτικούς θεσμούς αλλά και από τα εργασιακά περιβάλλοντα λύσεις για τη νεανική ζωή τους και όχι υποσχέσεις μακροβιότητας για το «προσδόκιμο» της γεροντικής ηλικίας τους.

