Δύο σημαντικά θεατρικά έργα, που ευτύχησαν δύο ιδιαίτερων και αξιομνημόνευτων παραστάσεων, αιματοδότησαν την τέχνη του θεάτρου στην πόλη μας, φέροντας αμφότερα ένα ομογενές, παρά την πολυσχιδή διαφορετικότητα έργων και παραστάσεων, ρεύμα, τη σύνθλιψη της ατομικότητας μέσω της κοινωνικοπολιτικής πρωτίστως μέγγενης∙ της εποχής που «παρελαύνει» ωμή και σαρκοφάγα στην Παρέλαση της Λούλας Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Φάνη Δίπλα, από το Θέατρο Λιθογραφείον, και της βιτριολικής ηθικής και ψυχολογικής αποσύνθεσης των ηρώων υπό τη μέγγενη μιας αδιέξοδης πραγματικότητας στο Ταξίδι Μεγάλης Μέρας Μέσα στη Νύχτα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζαμπουλάκη, από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας.
Και στα δύο έργα, ο αέρας της ζωής είναι ή μοιάζει απαγορευμένος, στο μεν ελληνικό αποκλεισμένος και επικίνδυνος για τους έγκλειστους ήρωες, τα δύο αδέλφια που μονοτονικά επαναλαμβάνουν, επί έτη και έτη, συνήθειες και λεκτικά σήματα, στο δε αμερικανικό αφενός αποφαίνεται άπιαστος και ονειρικός και αφετέρου εχθρικός και συνθλιπτικός προς την τετραμελή οικογένεια, των γονέων και των δύο γιων τους.
Και τα δύο έργα λειτουργούν «πειραματικά», ωσάν να φέρουν την μπρεχτική λογική, αποκλείοντας τους ήρωες σε έναν οικιακό χώρο, αφαιμάσσοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις σχέσεις τους με τον «έξω κόσμο» και εξασθενώντας την άνθηση της ατομικότητας. Και τα δύο εγείρουν πλήθος ερωτημάτων –και δη αρχαϊκών, ενώ χαροποιούν ιδιαίτερα την ψυχαναλυτική οπτική η οποία πολλά χρωστά στις οικογενειακές ιστορίες, από τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες που της δάνεισαν πρόσωπά της για την ονοματοθεσία συμπλεγμάτων, έως τις δημοτικές παραλογές που απορρόφησαν την αδέσμευτη συλλογική και μεμονωμένη φρίκη, αλλά και τις ιστορίες των ονείρων μας ή –και πρωτίστως- τις ελευθέριες περιδιαβάσεις στα ένστικτα και τις υπογειοποιημένες σκέψεις, έτσι όπως η ίδια η διαδικασία της ψυχανάλυσης εκλύει.
Επιπλέον, και τα δύο τέμνονται από λυρικά απροσδόκητα, ίχνη αληθινής ζωής, ελπίδες που παρά το σάπισμά τους κρατούν ακόμα το σχήμα τους και συγκινούν με την αντοχή τους. Ωστόσο, τα αποσπάσματα αυτά, αν και τρέφουν τη δραματικότητα των έργων, δεν αρκούν για τη μετακίνηση του κέντρου βάρους των. Εν τέλει, αυτό που μας εντυπώνεται, ως επί το πλείστον -διότι υπάρχει και η εξαίρεση του Έντμουντ Ταϊρλόν στο Ταξίδι Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα, είναι ιδιοσυγκρασίες λιωμένες, με φαγωμένα τα εγγενή τους χαρακτηριστικά, διπλωμένες πάνω από τις παιδικές και εφηβικές τους μνήμες και προτιμήσεις (Ζωή και Άρης στην Παρέλαση), που φωταγωγούν τα έργα της στέρησης και της διαρκούς κοινωνικής πίεσης και αδικίας (Τζέιμς Ταϊρόν και Τζέιμς Ταϊρόν Τζούνιορ στο Ταξίδι…).
Οι ίδιες δε αλλοιωμένες ατομικότητες πολλαπλασιάζουν, αναμενόμενα, το παιχνίδι της πίεσης, με διαφορετική μανιέρα και ένταση η καθεμία. Ο Άρης σαρκάζει τη μονοτονία και τη θηλυκότητα της Ζωής, η δε Ζωή δεν αποδέχεται πλήρως τα ενδιαφέροντα του Άρη στρεφόμενη κάποτε ειρωνικά προς αυτόν. Μια μορφή έμφυλης βίας διαχέεται στο υπόγειό τους, καθώς η διαστροφή της βιοτικής τους συνθήκης διέρχεται στη σχέση τους πολλαπλασιασμένη. Όμως, αν ο αόρατος πατέρας είναι υπεύθυνος, εν είδει μιας στραγγαλιστικής φροντίδας, για τον εγκλεισμό των παιδιών του στην Αναγνωστάκη, για τη γένεση του τρόμου που κινεί αυτόν είναι υπεύθυνη η συνολική εμπειρία ως πολιτική, ως εμφύλιος σπαραγμός, ως εθισμός στην αλληλοφαγία. Στον Ο’ Νηλ πάλι, η ωμότητα της κοινωνικής βίας μεταπλάθεται σε ατομικά χρωματοσώματα, για παράδειγμα –μιλώντας μεταφορικά, το άσβηστο τατουάζ της αποτυχίας του πατέρα Τζέιμς Ταϊρόν μα και του μεγάλου του γιου Τζέιμς Ταϊρόν Τζούνιορ που ακολουθεί μαγνητικά τα βήματά του. Ο μικρός φυματικός γιος Έντμοντ, φύσει ποιητική και μελαγχολική, θα απορροφήσει τραυματικά την ετεροπροσωπία της οικογενειακής περιρρέουσας βίας, ενώ η μητέρα Μαίρη Ταϊρόν φέρει το στίγμα της απώλειας δοκιμαζόμενη και δοκιμάζοντας τον μικρό της γιο. Παρόλα αυτά, είναι η αναπνοή της αγάπης που εμβολίζει σποραδικά την πλατιά επικράτεια του κακού, καθιστώντας το έργο αριστουργηματικό.
Μελέτες τραυμάτων και τα δύο έργα ενσαρκώνονται από παρίες σε εποχές που οι ένοχοι είχαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και μπορούσαν να αποδοθούν, τουλάχιστον, με πληθυντικές συμπεριλήψεις.
Στις μέρες μας, η βία αναπηδά από παντού. Είναι στα ηλεκτρονικά παιχνίδια των νηπίων, στα σύνθετα διαδικτυακά παιχνίδια των εφήβων, στη συμπεριφορά των ποικίλων οπαδών, στην άρνησή μας να δούμε το πρόβλημα του άλλου, στον καταναγκασμό που αισθανόμαστε ακούγοντας το πρόβλημα του άλλου, στη βιασύνη μας να δακτυλοδείξουμε την ευθύνη του άλλου, στην απάθειά μας μπροστά στην ατυχία του άλλου, στην απόσυρσή μας από τις συλλογικές δομές, στην απουσία σχέσεων σε πολλά εργασιακά περιβάλλοντα, στην αδιαφορία μας απέναντι στη φτώχεια, στην αδράνεια των συλλογικοτήτων, στην αναισθησία μας έναντι διαιωνιζόμενων ή επαπειλούμενων πολέμων, στην κοινωνική μας αδράνεια, την απουσία μας, την απουσία μας, την απουσία μας…


