Ο Μ. Καραγάτσης, γεννημένος το 1908 στην Αθήνα ως Δημήτρης Ροδόπουλος, αποτελεί έναν από τους διαχρονικότερους και πλέον επιδραστικούς πεζογράφους της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αν και είναι ευρύτερα γνωστός για την εμβληματική του τριλογία «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο» -η οποία περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν, Η Μεγάλη Χίμαιρα και Γιούγκερμαν– το συγγραφικό του έργο δεν εξαντλείται σε αυτήν. Ο Καραγάτσης υπήρξε δημιουργός κι άλλων μυθιστορημάτων, εξίσου δυναμικών και αισθητικά απαιτητικών. Ανάμεσα σε αυτά, συγκαταλέγεται ο Μεγάλος Ύπνος˙ ένα από τα πλέον παραγνωρισμένα έργα του, το οποίο, ωστόσο, διατηρεί τη δυναμική του εξαιτίας του αυτοβιογραφικού και στοχαστικού χαρακτήρα με τον οποίο προσεγγίζονται κοινοί καραγατσικοί τόποι, όπως ο έρωτας, ο θάνατος και το ριζικό.

Στις 25 Μαρτίου του 1946 η μητέρα του Καραγάτση, Ανθή Ροδοπούλου, φεύγει από τη ζωή. Την ίδια κιόλας μέρα, ο πεζογράφος ξεκινά τη συγγραφή του Μεγάλου Ύπνου, που τυπώνεται τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας είναι η Άννα Ρούση, λογοτεχνικό προσωπείο της μητέρας του συγγραφέα, και ο γιος της Μιχάλης, μορφή που λειτουργεί ως αυτοαναφορική προβολή του ίδιου του Καραγάτση. Εκκινώντας από το πρωινό της 25ης του Μάρτη – ημερομηνία που έμελλε να επισφραγιστεί από τον θάνατο της μητέρας του – η αφήγηση τοποθετεί στο επίκεντρο τη μορφή της Ρούση, παρουσιάζοντάς τη ως μια άρρωστη γυναίκα που βιώνει τις τελευταίες στιγμές πριν από το τέλος της. Μέσα σε μία ατμόσφαιρα οικεία και ταυτόχρονα μελαγχολική, η κεντρική ηρωίδα ανατρέχει νοερά στο παρελθόν της, με τον αναγνώστη να γίνεται μάρτυρας της συνειρμικής της αφήγησης.

Η ζωή δίπλα σε έναν σύζυγο που αποδείχθηκε ανεπαρκής, οι δυσκολίες που προέκυπταν από τη συμβίωση με την επιβλητική (σχεδόν τυραννική) μητέρα του, η νοσταλγία των παιδικών της χρόνων, η αποτίμηση του δικού της ρόλου ως μητέρας, η συντριβή του γονιού όταν χάνει το παιδί του, καθώς και η εμπειρία του γήρατος που καθιστά τον άνθρωπο αφόρητα εγωιστή [1] αποτελούν κεντρικά σημεία του στοχασμού της, στο πλαίσιο του οποίου συμπεραίνει ότι «ο άνθρωπος πρέπει να πεθαίνει όσο είναι ακόμα άνθρωπος».

Στη συνέχεια, τη σκυτάλη της αφήγησης αναλαμβάνει ο Μιχάλης, ο γιος της κεντρικής ηρωίδας (που όπως σημειώθηκε παραπάνω συνιστά προσωπείο του ίδιου του συγγραφέα), εντάσσοντας τον αναγνώστη στον δικό του στοχασμό. Η συνειρμική του σκέψη θίγει τη σχέση έρωτα και θανάτου, ένα μοτίβο που συχνά συναντάμε στα έργα του Καραγάτση: «Η ακριβόλογη γνώση του Έρωτα, σημαίνει τον θάνατό του. Και Ζωή δίχως έρωτα δεν μπορεί να υπάρξει. […] Τότε, αν ο Έρωτας είναι στοιχείο της Ζωής, πώς μπορεί να είναι συγχρόνως και στοιχείο Θανάτου; […] Κι όσο πιο παράφοροι είναι οι ερωτικοί σπασμοί που ενώνουν δύο κορμιά, τόσο πιο πολύ θυμίζουν τους σπασμούς του θανάτου. Κ’ ίσως η ώρα του θανάτου μας να είναι η μεγαλύτερη ερωτική στιγμή της ζωής μας».[2]

 

Ένα ακόμη παγιωμένο στοιχείο της λογοτεχνίας του Καραγάτση που συναντάμε και στον Μεγάλο Ύπνο είναι η ύπαρξη της ανεξάρτητης, σχεδόν μυστικής, δύναμης του Ριζικού. Αναλυτικότερα, η τύχη των ηρώων του Καραγάτση, όπως και οι επιλογές τους, είναι προκαθορισμένες από αταβιστικές δυνάμεις και ενορμήσεις που τους καταδυναστεύουν και τις οποίες οι ίδιοι αδυνατούν να υπερβούν: «Ένιωθε πολύ κουρασμένος και πολύ άκεφος επειδή περίμενε από ώρα σε στιγμή το πρώτο χτύπημα του Ριζικού. Κ’ ήξερε – κάτι παραπάνω, διαισθανόταν – πως το Ριζικό άμα αρχίσει να χτυπάει, δεν σταματάει πια. Έρχουνται τα χρόνια της δυστυχίας, έφτασαν κιόλας…».[3]

Στον Μεγάλο Ύπνο, μέσα από τη ματιά του Μιχάλη, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας της οδύνης του θανάτου, του πένθους που υπαγορεύεται από την απώλεια, αλλά και της τρυφερής, αναλλοίωτης σχέσης ανάμεσα σε μία μητέρα και το παιδί της. Λίγες στιγμές πριν από τον θάνατο της Άννας Ρούση, όταν ο Μιχάλης επισκέπτεται για στερνή φορά τη μητέρα του, εκείνη θα του πει: «Τι ήρθες εσύ; […] Είσαι κουρασμένος. Δεν πρέπει να χάνεις τον ύπνο σου». Αυτή η φράση, στερεοτυπικά μητρική, ειπωμένη μερικές στιγμές πριν από τον αναπόδραστο θάνατό της, θα οδηγήσει τον γιο της στον ακόλουθο συνειρμό:

Πεθαίνεις, είπε μέσα του. Αποχαιρετάς με μάτια ολάνοιχτα τη ζωή και προχωρείς στον Μεγάλο Ύπνο που ξυπνημό δεν έχει. Κι αυτή την υπέρτατη στιγμή, συλλογίστηκες τον ύπνο τον δικό μου, τον ύπνο τον μικρό και ευτελή που θα χάσω για να προσκυνήσω τον θάνατό σου. Είσαι μητέρα απ’ την κορφή ως τα νύχια. Μητέρα ως τον θάνατο. Και δεν στοχάστηκες πως μόλις πεθάνεις, σε λίγη ώρα, θα πάω να κοιμηθώ. Πως έχω μέρες και μέρες μπροστά μου για να κερδίσω τον ύπνο που μ’ έκανες να χάσω πεθαίνοντας. Θυμάσαι τι μου είπες όταν θάβαμε την Αγγέλα; «Ο άνθρωπος είναι θεριό». Θεριό ο γονιός στο θάνατο του παιδιού του. Τέρας το παιδί στον χάρο του γονιού του. Η κτηνωδία της ζωής είναι υπέροχη.[4]

Ο Μεγάλος Ύπνος του Μ. Καραγάτση συνιστά ένα έργο βαθιά προσωπικό, στο οποίο ο συγγραφέας μετατρέπει το πένθος σε λογοτεχνικό στοχασμό και την απώλεια σε αφηγηματικό μηχανισμό διερεύνησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα από τη συνειρμική αφήγηση, την εναλλαγή των φωνών και την επαναφορά μοτίβων της πεζογραφίας του συγγραφέα (όπως είναι ο θάνατος, ο έρωτας και το ριζικό), το μυθιστόρημα υπερβαίνει τον χαρακτήρα μίας απλής αυτοβιογραφικής καταγραφής. «Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο Θάνατος»,[5] γράφει ο Καραγάτσης στο έργο του Γιούγκερμαν. Μία φράση, που υπερβαίνει τα όρια της μυθοπλασίας και ανάγεται σε μία ειλικρινή πεποίθηση, πυρηνική για την καραγατσική κοσμοθεωρία˙ ο θάνατος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ζωής.

 

[1] «Όταν γεράσει ο άνθρωπος, γίνεται αφόρητα εγωιστής. Μονάχα θύμησες από παλιούς πόνους παιδεύουν την καρδιά του. Οι καινούργιες δυστυχίες δεν λογαριάζουν όσο οι παλιές». Βλ. Μ. Καραγάτσης, Ο Μεγάλος Ύπνος, Εστία 2017, σ. 16 (όπου δεν αναγράφεται τόπος έκδοσης εννοείται η Αθήνα).
[2] Βλ. Μ. Καραγάτσης, Ο Μεγάλος Ύπνος, ό. π., σ. 74, 76.
[3] Βλ. Μ. Καραγάτσης, ό. π., σ. 131.
[4] Βλ. Μ. Καραγάτσης, σ. 144.
[5] Βλ. Μ. Καραγάτσης, Γιούγκερμαν,  τόμ. 2, Εστία 2022, σ. 396.

Άλλα κείμενα στο

Τεύχος 26​​​​

Άλλα κείμενα της κατηγορίας