Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο Ο Τελευταίος Ταξιτζής (2023), ο Στέργιος Πάσχος επιστρέφει μετά το Άφτερλωβ με έναν ήρωα πολύ λιγότερο συμπαθή αλλά ίσως πιο οδυνηρά αναγνωρίσιμο. Ο Θωμάς (Κώστας Κορωναίος), γύρω στα πενήντα, εργάζεται νύχτα ως ταξιτζής, ενώ στο βιογραφικό του κρύβονται σπουδές φιλολογίας που δεν «οδηγούν» πουθενά. Ζει με τη γυναίκα του (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου) και τον έφηβο γιο τους, σε μια καθημερινότητα που μοιάζει παγωμένη στη μιζέρια και τη ρουτίνα.

Η ταινία ξεκινά από ένα σοκαριστικό γεγονός: την αυτοκτονία ενός πελάτη αμέσως μετά την κούρσα. Το συμβάν αυτό, που θα μπορούσε να λειτουργήσει απλώς ως δραματικό επεισόδιο, εδώ γίνεται σημείο καμπής. Ο Θωμάς αναγκάζεται να κοιτάξει για πρώτη φορά κατάματα όλα όσα έχει «θάψει». Από τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες, τη συναισθηματική αποξένωση, μέχρι το αίσθημα ότι η ζωή του ξέφυγε από τα χέρια χωρίς να το καταλάβει. Όταν θα γνωρίσει την Ελένη (Κλέλια Ανδριολάτου), κόρη του αυτόχειρα, θα δει πάνω της όχι μόνο ένα ερωτικό αντικείμενο αλλά ένα υποτιθέμενο «εισιτήριο διαφυγής» από τη δική του στασιμότητα. Η σταδιακή εμμονή του μαζί της δίνει στην ταινία τη χροιά ψυχολογικού θρίλερ.

Ο Πάσχος ενδιαφέρεται λιγότερο για την πλοκή και περισσότερο για τη διάβρωση ενός ανθρώπου εκ των έσω. Ο Θωμάς δεν είναι απλώς ένας άντρας σε κρίση μέσης ηλικίας· είναι κάποιος που αρνείται να αποδεχτεί την ευθύνη για τις επιλογές του και προτιμά να κατηγορεί τις συγκυρίες, την κοινωνία, τους άλλους. Έτσι, η ερωτική εμμονή δεν παρουσιάζεται ως ρομαντική υπερβολή αλλά ως προέκταση μιας ήδη διαταραγμένης σχέσης με τον εαυτό του. Η ταινία μοιάζει με μια κλιμάκωση της βίαιης συμπεριφοράς του. Η παθητική επιθετικότητα, τα ψέματα, ο συναισθηματικός εκβιασμός –όλα σε χαμηλούς τόνους – είναι αρκετά για να φτιάξουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου που γίνεται επικίνδυνος χωρίς να σηκώνει ποτέ χέρι.

Το ταξί, ως βασικός χώρος δράσης, λειτουργεί σαν κινητό εξομολογητήριο. Περνούν επιβάτες, θραύσματα ιστοριών, στιγμιότυπα της νυχτερινής Αθήνας αλλά ο Θωμάς παραμένει εγκλωβισμένος στη δική του αφήγηση. Η φωτογραφία του Γιώργου Κουτσαλιάρη δίνει στην πόλη ένα σχεδόν κλειστοφοβικό πρόσωπο: υγρά πεζοδρόμια, φώτα που τρεμοπαίζουν, διαμερίσματα-κουτιά όπου οι ήρωες επιστρέφουν για να συνεχίσουν τις ίδιες συζητήσεις χωρίς λύση. Η μουσική του Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy) προσθέτει μια υποβόσκουσα ένταση, χωρίς εύκολα μελοδραματικά ξεσπάσματα.

Οι ερμηνείες είναι από τα μεγάλα ατού της ταινίας. Ο Κώστας Κορωναίος χτίζει έναν Θωμά που δεν «φωνάζει» ποτέ αλλά διαρκώς βουλιάζει: βλέμμα χαμένο, σώμα λίγο σκυφτό, μια φωνή που παλεύει να επιβληθεί χωρίς να έχει πια κύρος. Η Κλέλια Ανδριολάτου κρατά την Ελένη σε μια ενδιαφέρουσα ασάφεια‧ ούτε μοιραία γυναίκα ούτε παθητικό θύμα αλλά κάποια που προσπαθεί να διαχειριστεί τη δική της απώλεια ενώ γίνεται αντικείμενο φαντασίωσης. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου ως σύζυγος προσγειώνει την αφήγηση, καθώς κουβαλά το βάρος της οικογένειας με μια ήρεμη, σχεδόν καθημερινή αξιοπρέπεια, που καθιστά την πτώση του Θωμά ακόμη πιο σκληρή.

Ωστόσο, στην ταινία υπάρχουν προβλήματα. Υπάρχουν στιγμές στις οποίες επιχειρεί να χωρέσει πολλά: κοινωνικό σχόλιο για την εργασιακή επισφάλεια, πορτρέτο μιας οικογένειας σε κρίση, μελέτη ανδρικής τοξικότητας και παράλληλα ψυχολογικό θρίλερ. Ο ρυθμός σε ορισμένα σημεία βαραίνει, ενώ κάποιες δευτερεύουσες γραμμές μένουν λιγότερο ανεπτυγμένες απ’ όσο υπόσχονται στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά, Ο Τελευταίος Ταξιτζής παραμένει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σύγχρονες ελληνικές απόπειρες να μιλήσει κανείς για έναν τύπο άντρα που δεν είναι «τέρας» αλλά ένας κοινός, αναγνωρίσιμος τύπος και ακριβώς γι’ αυτό μοιάζει ανησυχητικός.

Η ταινία ανοίγει γόνιμες συζητήσεις στο κινηματογραφικό κοινό‧ συζητήσεις γύρω από την κρίση της αρρενωπότητας, την αναπαράσταση της εργασίας στην ελληνική πόλη αλλά και τη χρήση των ορίων ανάμεσα στο δράμα και το genre σινεμά. Δεν είναι απλώς μια ιστορία ενός ταξιτζή αλλά μια διαδρομή μέσα από τα σκοτεινά στενά της σύγχρονης ελληνικής ψυχής.

Άλλα κείμενα στο

Τεύχος 26​​​​

Άλλα κείμενα της κατηγορίας