
Πολύγνωτος Βαγής (1894–1965): “Sculpture on the Rocks” (Ο τίτλος είναι δανεισμένος από άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Life στις 11 Ιουνίου του 1966, όπου αναφέρεται: «Συλλέγοντας πέτρες, τις μελετά για τις μορφές και τα πρόσωπα που του φέρνουν στο μυαλό. Στη συνέχεια, με ελάχιστες γλυπτικές πινελιές, αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά τους. Το αποτέλεσμα είναι ένας συνδυασμός φυσικών σχημάτων και καλλιτεχνικής διορατικότητας που προσδίδει στα έργα του δύναμη και απλότητα, τα οποία πρόσφατα παρουσίασε σε μια επιτυχημένη έκθεση στην Iolas Gallery της Νέας Υόρκης.»)
Ανάμεσα στους Έλληνες Καλλιτέχνες της Διασποράς στην Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα, ξεχωρίζει ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε δημιουργικά τις πολιτισμικές του παρακαταθήκες -τις αρχαίες ελληνικές- και τις έθεσε σε μια συνεχή διαπραγμάτευση με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και τον αμερικάνικο πρωτοποριακό πειραματισμό. Διαμόρφωσε μια ιδιαίτερη, μοναδική, γλυπτική γλώσσα που καθόρισε πολλές πτυχές της διεθνοποίησης της ελληνικής σύγχρονης τέχνης. Μια γλώσσα που αντλεί από την αρχαία ελληνική κληρονομιά της γλυπτικής, επανερμηνεύει τις κλασικές μορφές ακολουθώντας την αφαίρεση και δίνοντας έμφαση στη μάζα, τον ρυθμό και τη δομική σαφήνεια. Όλα τα έργα του φέρουν ευδιάκριτα τη σφραγίδα της ελληνικότητας και αφήνουν την υπόνοια ότι ο συνονόματός του μεγάλος ζωγράφος της αρχαιότητας Πολύγνωτος ο Θάσιος λειτούργησε ως πρότυπό του.[1]
Ο Πολύγνωτος Βαγής, ένα από τα επτά παιδιά μιας σχετικά φτωχικής οικογενείας, γεννήθηκε το 1892 στην Ποταμιά της Θάσου. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν μαραγκός και ξυλογλύπτης. Στο εργαστήριο του πατέρα του πήρε τα πρώτα μαθήματα γλυπτικής. Το 1911, σε ηλικία 19 ετών, ξεκινά το ταξίδι της επιβίωσης αφήνοντας την τουρκοκρατούμενη Θάσο και μεταναστεύοντας στη Νέα Υόρκη. Εκεί, αν και χωρίς βασική μόρφωση, εργάζεται και στέλνει χρήματα στους δικούς του και συνάμα καταφέρνει να εγγραφεί το 1917 στην Cooper Union, όπου μόνο για έξι μήνες σπουδάζει γλυπτική, αφού με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάσσεται εθελοντής στο αμερικανικό ναυτικό. Συνεχίζει τις σπουδές του δύο χρόνια αργότερα στο Beaux Arts Institute της Νέας Υόρκης με τους Guston Borglum και John Gregory[2].

Heracles Bronze Fountain
Μετά τις πρώτες ρεαλιστικές δημιουργίες του, τις οποίες πλάθει σε πηλό και τις χυτεύει σε γύψο ή χαλκό, αφήνει πίσω του τον αυστηρό νατουραλισμό και απλοποιεί τις μορφές και τα σχήματα, ακολουθώντας τα κινήματα του μοντερνισμού. Παράλληλα δημιουργεί πορτραίτα που εμπεριέχουν ιμπρεσιοντιστικά εκφραστικά στοιχεία, όπως «Το πορτραίτο του παππού μου», το οποίο κρίνεται ως το καλύτερο έργο στην έκθεση της National Academy of Design της Νέας Υόρκης το 1922. Αντιπροσωπευτικό γλυπτό του αυτής της περιόδου αποτελεί ο «Ηρακλής».[3] Το 1930 ο ζωγράφος John Sloan φιλοτεχνεί το πορτραίτο του[4] και το 1932 ο Βαγής παίρνει υποτροφία από το Whitney Museum Club. που τον βοήθησε να συνεχίσει το καλλιτεχνικό του έργο στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτή η σχέση εντάσσει τον Βαγή στο ευρύτερο δίκτυο καλλιτεχνών που συνδέονται με την αποστολή του Whitney να προωθήσει την αμερικανική (και μεταναστευτική) τέχνη. Την επόμενη χρονιά μετακομίζει και δημιουργεί τον χώρο του στο Bethpage του Long Island. Η αλλαγή τόπου συμπίπτει -ίσως όχι τυχαία- και με στροφή στους τρόπους της καλλιτεχνικής έκφρασης.[5] Λαξεύει με λιτό τρόπο τις πέτρες, τους γρανιτένιους ογκόλιθους, που βρίσκει στην περιοχή. Η αρχική φόρμα της πέτρας εναρμονίζεται αρμονικά στη μορφή. Και όπως αναφέρει ο Γ. Χριστογιάννης[6] στα Θρακικά Χρονικά (1966) «στη νεότερη περίοδο, την περίοδο της ‘άμεσης γλυπτικής’, η ίδια ή ύλη, συνήθως σκληρή πέτρα, η φυσική δομή της και μορφή της του εμπνέει το θέμα». Η θεματογραφία του έχει μια συνέχεια με ανθρώπινες μορφές, ζώα, μυθολογικά στοιχεία και αλληγορίες. Αλλά και στο εισαγωγικό σημείωμα για τον Βαγή στην Εθνική Πινακοθήκη αναφέρεται: «Στα έργα του, στην πλειονότητά τους ανθρώπινες μορφές, ζώα και συνθέσεις τις οποίες λαξεύει απευθείας σε πέτρα, ξύλο ή τσιμέντο, κυριαρχεί η γενικευτική απόδοση και η αδρή επεξεργασία που απηχούν την πρωτόγονη ή την ελληνική τέχνη της αρχαϊκής περιόδου». Χαρακτηριστικό έργο αυτής της περιόδου είναι το «The Snake» (1942) που βρίσκεται στο MOMA. Τα έργα του αντανακλούν μια συνειδητή προσπάθεια να συμφιλιώσει την παράδοση με την καινοτομία. Παράλληλα, προσέχει λιγότερο τη λεπτομέρεια και περισσότερο την αρχιτεκτονική σύνθεση του έργου. Μαζί με τους Gill και Moore στην Αγγλία και τον John Fannagan στην Αμερική, ο Βαγής θεωρείται από τους πρωτοπόρους στην χρησιμοποίηση της σκληρής ύλης. Έργα αυτής της περιόδου που ισορροπούν ανάμεσα στη νατουραλιστική και συμβολική έκφραση είναι «Η Νύχτα» και «Η Αποκάλυψη» (Revelation).[7]

O Giorgio de Chirico στα 1937 γράφει για τον Βαγή: «Το μυστήριο που υπάρχει στα σύμβολα της αρχαίας ‘Ελλάδας και όλη η λυρική τους ποιότητα είναι εκείνη που εμπνέει τον καλλιτέχνη Βαγή. Ο Κύκλωπάς του, μονόφθαλμος, απεικονίζει αυτό ακριβώς το πνεύμα, το ίδιο και οι ιερές κουκουβάγιες, που κρατούν στα μάτια τους όλο το μυστήριο μιας καλοκαιρινής νύχτας στους πρόποδες της ’Ακρόπολης. Γλύπτης και ποιητής ο Βαγής φτάνει σε μας σαν ένας από τους πιο απόλυτα υποβλητικούς δημιουργικούς καλλιτέχνες του καιρού μας».
Το 1950 φιλοτεχνεί το Μνημείο των Βετεράνων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Bethpage Long Island Το 1957 λαμβάνει το Art and Letters Award.[8] Το 1958 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο των Audubon Artists και το 1962 με τον Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος. Σε διάστημα τριάντα ετών έλαβε μέρος σε περίπου πενήντα ατομικές και ομαδικές εκθέσεις όπως Painters and Sculptors Gallery (1932), C.W. Kraushaar Gallery (1934), Valentine Gallery (1938), Hugo Art Gallery (1946), Iolas Gallery (1955, 1956, 1960). Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις σε ιδρύματα και μουσεία όπως: National Academy of Design (1920-1931), Brooklyn Museum of Art (1932, 1938) στη Νέα Υόρκη, Museum of Modern Art Gallery (1939) στη Ουάσιγκτον, Metropolitan Museum of Art (1942, 1952) στη Νέα Υόρκη, Buchholz Gallery (1945) στη Νέα Υόρκη, Whitney Museum of American Art (1936, 1945, 1950, 1952, 1954, 1956, 1960 – 1963) στη Νέα Υόρκη. Έργα του βρίσκονται μεταξύ άλλων, στην Εθνική Γλυπτοθήκη της Αθήνας, στο Δημοτικό Μουσείο Καβάλας, στο MoMA και στο Brooklyn Museum της Νέας Υόρκης, στο Toledo Museum του Ohio και στο Tel Aviv Museum του Ισραήλ.
Στα μέσα του 20ού αιώνα η θέση του Βαγή στο πλαίσιο της αμερικανικής τέχνης ήταν απολύτως κεντρική. Συμμετείχε σε μεγάλες ομαδικές εκθέσεις, από την Corcoran Art Gallery και το Museum of Fine Arts του Χιούστον μέχρι το Brooklyn Museum, ενώ έργα του εκτίθενται στο πλευρό καλλιτεχνών όπως οι Rothko, Baziotes, Stamos, Nevelson, Tanguy, Albers, Mitchell, Motherwell, O’Keeffe και Rauschenberg. Ταυτόχρονα, η παρουσία του Πολύγνωτου Βαγή στα μεγάλα μουσεία δεν είναι περιθωριακή, αλλά δομική για την κατανόηση της αμερικανικής γλυπτικής μετά τον Μεσοπόλεμο.

Πεθαίνει το 1965 στη Νέα Υόρκη και κηδεύεται δημοσία δαπάνη στην πατρίδα του. Κληροδότησε όλα τα έργα του στην Κυβέρνηση της Ελλάδας με στόχο την δημιουργία Μουσείου και Βιβλιοθήκης στη Θάσο. Ο Δημοσθένης Σωτηρούδης, γλύπτης και επιμελητής του έργου του, αναφέρει για την απόφασή του να δωρίσει τα έργα στη χώρα του: «Ο Βαγής κατόρθωσε όχι μόνο να επιβληθεί αλλά και να ασκήσει σημαντική επιρροή στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αμερικής παίρνοντας πολλές τιμητικές διακρίσεις. Εντούτοις, το όνομά του δεν έγινε ευρύτερα γνωστό. Προτίμησε τη μοναξιά και την απλότητα, χωρίς να λαμβάνει μέρος στην κοινωνική ζωή των καλλιτεχνικών κύκλων της Αμερικής. Όταν μεγάλα μουσεία της Αμερικής και άλλων χωρών τού πρόσφεραν τιμητικές αίθουσες για να στεγαστούν τα έργα του, αυτός τις αρνήθηκε. Παρόλο που ο ίδιος γνώριζε ότι ζημίωνε το έργο του. Προτίμησε να το προσφέρει στην Ελλάδα και την ιδιαίτερή του πατρίδα».
Τα έργα του έρχονται στην Ελλάδα και παραμένουν για δέκα ολόκληρα χρόνια σε κιβώτια αρχικά στο τελωνείο και στη συνέχεια σε αποθήκες του Δήμου Καβάλας. Ο Δημοσθένης Σωτηρούδης περιγράφει την οδύσσεια των έργων από τη στιγμή που φθάνουν στην Ελλάδα. Αναφέρεται στην διαλογή τους από την Εθνική Πινακοθήκη, το 1968, η οποία πήρε δώδεκα έργα (μόνο δύο από αυτά παρουσιάζονται σήμερα στην ιστοσελίδα της Πινακοθήκης) και τα υπόλοιπα μπήκαν σε αποθήκες για να εντοπιστούν το 1975 σε χώρο στάθμευσης των απορριμματοφόρων του Δήμου Καβάλας. Το 1977 γίνεται η πρώτη αναδρομική έκθεση στην Καβάλα και τα έργα οδηγούνται ξανά στις αποθήκες μετά το τέλος της έκθεσης. Με τις προσπάθειες του Γ. Χριστογιάννη, τη φροντίδα της Διευθύνσεως Απόδημων Ελλήνων του Υπουργείου Εξωτερικών και του Δ. Σωτηρούδη ιδρύεται τελικά το Μουσείο στην Ποταμιά της Θάσου το 1981 το οποίο -όπως αναφέρεται- στεγάζει 98 γλυπτά και πίνακές του. Ένας μικρός αριθμός παραμένει στην Καβάλα και μέχρι σήμερα περιμένει να εκτεθεί, όπως και τα προσωπικά του αντικείμενα. Παράλληλα, το αρχείο του δεν είναι προσβάσιμο και αυτό δυσκολεύει τόσο την μελέτη του έργου του όσο και την καταμέτρηση και διαπίστωση των διαδρομών των έργων του, αλλά και των εκμαγείων τους.
Κλείνοντας την παρουσίαση του Πολύγνωτου Βαγή και μετά από μελέτη του υλικού που αναφέρεται σε αυτόν, το έλλειμα κεντρικής πολιτιστικής πολιτικής γίνεται φανερό και εγείρει ερωτήματαγια τον τρόπο διαχείρισης όλης εκείνης της σημαντικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς που άφησαν οι Έλληνες δημιουργοί της Διασποράς. Μια διαχείριση που δεν αφορά μόνο τη χώρα μας, αλλά που οφείλει να ξεκινήσει από εδώ.

John Sloan (1930) Vagis, the Sculptor (Photo by Peter A. Juley &Son)


