
Η ανώτατη εκπαίδευση κατέχει κεντρική θέση στη νεωτερική υπόσχεση της κοινωνικής προόδου. Από τον 19ο αιώνα και εξής, το πανεπιστήμιο συγκροτήθηκε ως θεσμός παραγωγής γνώσης, καλλιέργειας κριτικής σκέψης και κυρίως ως μηχανισμός κοινωνικής ανόδου. Το πτυχίο λειτούργησε ιστορικά ως συμβολικό και υλικό κεφάλαιο: πιστοποιούσε όχι μόνο μια κάποια εξειδίκευση αλλά και την ένταξη σε έναν κόσμο ορθολογικότητας, σταθερότητας και προσδοκώμενης ασφάλειας. Ωστόσο, στις συνθήκες της ύστερης νεωτερικότητας, αυτή η υπόσχεση έχει αρχίσει να εμφανίζει ρωγμές. Το πτυχίο δεν έχει απολέσει τη σημασία του, έχει όμως χάσει τη βεβαιότητά του‧ κι ακριβώς εδώ αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα: πρόκειται ακόμη για επένδυση ζωής ή έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό κοινωνικής «παρηγοριάς», ένα κοινωνικό placebo που καθυστερεί τη σύγκρουση με την πραγματικότητα χωρίς να την επιλύει;
Ο Pierre Bourdieu, στο Les Héritiers (1964)1 και αργότερα στο La Reproduction (1970, με τον Jean-Claude Passeron),2 ανέδειξε τον ρόλο της εκπαίδευσης ως μηχανισμού αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων. Το πανεπιστήμιο παρουσιάζεται ως ουδέτερος και αξιοκρατικός θεσμός, ενώ στην πραγματικότητα προϋποθέτει και ανταμείβει συγκεκριμένες μορφές πολιτισμικού κεφαλαίου. Στη σύγχρονη συγκυρία αυτή η λειτουργία επεκτείνεται: το πανεπιστήμιο δεν αναπαράγει απλώς ανισότητες αλλά αναστέλλει τη βίωσή τους, η φοιτητική ιδιότητα προσφέρει ένα κοινωνικά νομιμοποιημένο καθεστώς αναμονής, ενώ η επισφάλεια δεν βιώνεται ως αποτυχία, αλλά ως «μεταβατική φάση». Ο άνεργος απόφοιτος δεν είναι αποκλεισμένος, είναι «σε αναζήτηση», ο προπτυχιακός φοιτητής δεν καθυστερεί αλλά «επενδύει». Υπό αυτή την έννοια, το πανεπιστήμιο λειτουργεί ως μηχανισμός καθυστέρησης της ενηλικίωσης. Όπως θα υποστήριζε ο Zygmunt Bauman στο Liquid Modernity (2000),3 η νεωτερική κοινωνία αποφεύγει τη σταθερότητα και μεταθέτει διαρκώς τις δεσμεύσεις, με το πτυχίο να εντάσσεται σε αυτή τη λογική: προσφέρει έναν θεσμικό χώρο όπου η αβεβαιότητα γίνεται ανεκτή.
Η μαζικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης οδήγησε σε μια παράδοξη συνθήκη: περισσότερη εκπαίδευση, λιγότερη βεβαιότητα. Ο Max Weber είχε ήδη επισημάνει ότι η νεωτερική εκπαίδευση κινδυνεύει να περιοριστεί σε τυπική ορθολογικότητα (Wirtschaft und Gesellschaft, 1922):4 στη συσσώρευση πιστοποιήσεων χωρίς ουσιαστικό νόημα. Αυτή η διάγνωση συναντάται με ιδιαίτερη οξύτητα στο έργο του Theodor W. Adorno. Στο δοκίμιο Theorie der Halbbildung (1959),5 ο Adorno περιγράφει την «ημιμόρφωση» ως μια κατάσταση όπου η γνώση αποσπάται από την κριτική της λειτουργία και μετατρέπεται σε πολιτισμικό εμπόρευμα. Η μόρφωση παύει να είναι διαδικασία αυτοστοχασμού και γίνεται κοινωνικό διακριτικό. Στη σημερινή εκδοχή της, η «ημιμόρφωση» συνοδεύεται από πτυχία, μεταπτυχιακά και πιστοποιήσεις, χωρίς αντίστοιχη εμβάθυνση κι έτσι το πανεπιστήμιο δεν αποτυγχάνει επειδή δεν μεταδίδει πληροφορίες αλλά επειδή συχνά δεν καλλιεργεί την κριτική συνείδηση.
Απέναντι στην κρίση της θεσμικής εκπαίδευσης, προβάλλεται το αφήγημα της αυτοδίδακτης γνώσης. Πλατφόρμες, κοινωνικά δίκτυα, YouTube, MOOCs (Massive Open Online Course) και πλέον συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν την εντύπωση μιας άμεσης, δημοκρατικής πρόσβασης στη γνώση. Ωστόσο, όπως προειδοποιούσε ο Ivan Illich στο Deschooling Society (1971),6 η αποδέσμευση από τους θεσμούς δεν συνεπάγεται αυτομάτως απελευθέρωση της σκέψης. Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσει σε νέες μορφές εξάρτησης. Ο Neil Postman, στο Amusing Ourselves to Death (1985),7 υποστήριξε ότι η υπερπληροφόρηση δεν παράγει γνώση αλλά αποδυναμώνει τη δυνατότητα νοήματος. Η αυτοδίδακτη γνώση, χωρίς μεθοδολογία, ιστορικότητα και κριτήρια εγκυρότητας, κινδυνεύει να καταστεί επιφανειακή και παρουσιάζεται το εξής παράδοξο: ενώ η πληροφορία πολλαπλασιάζεται, η κατανόηση συρρικνώνεται. Έτσι, αν και το πανεπιστήμιο λειτουργεί συχνά ως κοινωνικό placebo, τα ψηφιακά μέσα λειτουργούν ως γνωσιακή αυταπάτη.
Η εμφάνιση της τεχνητής νοημοσύνης καθιστά το πρόβλημα ακόμη πιο οξύ. Όταν η παραγωγή κειμένων, η σύνοψη γνώσης και η τεχνική επίλυση προβλημάτων αυτοματοποιούνται, η αξία του πτυχίου δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στη συσσώρευση γνώσεων. Όπως θα έλεγε ο Jürgen Habermas, το διακύβευμα μετατοπίζεται από την τεχνική επάρκεια στην επικοινωνιακή και κριτική ορθολογικότητα (Theorie des kommunikativen Handelns, 1981).8 Αν το πανεπιστήμιο δεν διαφοροποιηθεί ριζικά από τις μηχανές, αν δεν προσφέρει κριτική σκέψη, ηθική κρίση και ιστορική συνείδηση, τότε το πτυχίο χάνει το κανονιστικό του νόημα. Το πτυχίο εξακολουθεί να έχει αξία, όχι όμως ως εγγύηση, ούτε ως αυτόματη επένδυση ζωής. Η αξία του εξαρτάται από το αν λειτουργεί ως εργαλείο ουσιαστικής μόρφωσης ή ως μηχανισμός αναβολής. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι σπουδάζουν αλλά ότι συχνά σπουδάζουν για να αποφύγουν τη σύγκρουση με έναν κόσμο που δεν προσφέρει σταθερές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το δημόσιο πανεπιστήμιο συγκροτήθηκε ως χώρος μαζικής φοίτησης, κοινωνικής ανόδου και ταυτόχρονα κοινωνικής αναμονής. Η παρατεταμένη διάρκεια σπουδών, η εξετασιοκεντρική κουλτούρα και η χαλαρή σύνδεση με την αγορά εργασίας δεν αποτελούν απλώς λειτουργικές δυσλειτουργίες αλλά εντάσσονται σε έναν ευρύτερο κοινωνικό συμβιβασμό: το πανεπιστήμιο λειτουργεί ως θεσμός απορρόφησης της νεανικής ανεργίας και αναστολής της κοινωνικής πίεσης. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα συχνά λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός κοινωνικής νομιμοποίησης παρά ως μηχανισμός παραγωγικής ένταξης.
Η κρίση της τελευταίας δεκαπενταετίας κατέστησε αυτή τη λειτουργία ακόμη πιο εμφανή. Το πτυχίο εξακολουθεί να θεωρείται αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής, ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να εξασφαλίσει επαγγελματική σταθερότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια παρατεταμένη «νεότητα χωρίς ορίζοντα», όπου η φοιτητική και μεταφοιτητική ιδιότητα λειτουργεί ως αναβολή της ενηλικίωσης και όχι ως μετάβασή της. Το φαινόμενο του brain drain δεν αποτελεί απλώς οικονομική απώλεια αλλά ένδειξη της αποσύνδεσης μεταξύ εκπαιδευτικής επένδυσης και κοινωνικής απορρόφησης. Υπό αυτή την έννοια, το ελληνικό πανεπιστήμιο συμπυκνώνει με ενάργεια τη λειτουργία του πτυχίου ως κοινωνικού placebo: προσφέρει αναγνώριση χωρίς εγγύηση, κύρος χωρίς σταθερότητα και αναστέλλει τη σύγκρουση με μια αγορά εργασίας δομικά αδύναμη να υποδεχθεί τους αποφοίτους. Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι η υπερεκπαίδευση αλλά η θεσμική αποσύνδεση της μόρφωσης από ένα συνεκτικό κοινωνικό σχέδιο.
Αν λοιπόν το πανεπιστήμιο δεν επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του, θα συνεχίσει να παρέχει κοινωνική ανακούφιση χωρίς ίχνος χειραφέτησης, ένα μορφωτικό placebo σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι η ενηλικίωση δεν συνοδεύεται πια από επιχρυσωμένες υποσχέσεις.


