
Βρυζάκης Θεόδωρος (1814 ή 1819 – 1878)
Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853, Λάδι σε μουσαμά, 169 x 127 εκ.
Καθώς συνεχίζονται οι εορτασμοί για τα διακόσια χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, στους οποίους, άλλωστε, μετέχει ενεργά και το Πανεπιστήμιο Πατρών, ολοένα και περισσότερο γίνεται κατανοητό πως, πέρα από την ηρωική διάσταση της θυσίας και το ρεύμα του φιλελληνισμού, οι πιο συγκλονιστικές αφηγήσεις ανήκουν στους ίδιους τους αυτόπτες μάρτυρες. Γράφει, για παράδειγμα, ο Νικόλας Κασομούλης στο βιβλίο Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 – 1833:
Διαβαίνοντας από τον δρόμο της οικίας του Νότη, ηύρα μίαν γυναίκαν και τρεις άλλους ασθενείς Μισολογγίτας συρομένους και κυλιομένους εις την πλαταίαν. Η γυναίκα εκραύγαζεν· «πού μας αφήνετε», όσον εδύνατο· οι ασθενείς έκλαιγαν. Την επίπληξα διά τες φωνές, αυτή εξακολουθούσεν· εβιάσθην και την έπαισα με την λόγχην. Ακούγω μίαν φωνήν γνωστήν: «Νικολάκη, εσύ φονεύεις την μητέραν μου; – Ναι, λέγω, διότι θα μας προδώση». Εγνώρισα τον άνθρωπον, και ήτον ο ατρόμητος νέος και ήρωας πρώην σαλπικτής μας Γρηγόρης, Μισολογγίτης· τον εφίλησα με δάκρυα κι εγώ και οι σύντροφοι, επί ποδός και με βίαν, πλην αδύνατον ήτο να βοηθηθή. Τον παρηγόρησα, και τον είπα να κρεμάση την τύχην του εις του Θεού το χέρι, καθώς και ημείς.
Το ακραίο παράδειγμα της αφήγησης του Κασομούλη μας φέρνει αντιμέτωπους με το μείζον ανθρωπολογικό πρόβλημα της Εξόδου: την «οικονομία της βίας», σε μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με τον θάνατο και, βέβαια, με τις εσωτερικές διακρίσεις και τις ανισότητες ανάμεσα στους οπλίτες και στις γυναίκες. Σε μια ανάλογη ψυχογραφική παρατήρηση, ο Σολωμός γράφει για τους πολιορκημένους:
Η θλίψη τους στέκεται εις το να θυμούνται την ευτυχισμένην κατάστασή τους, όθεν έπρεπε να βλαστήσει το καλό της πατρίδας. Τώρα αισθάνονται ότι θα χάσουν τα πάντα· το αισθάνονται βαθμηδόν, και επομένως ολικώς.
Συνήθως οι επέτειοι, ο κατεξοχήν, δηλαδή, θεσμός διαχείρισης της συλλογικής μνήμης, προσαρμόζονται σε μια μάλλον επιλεκτική εκδοχή του παρελθόντος. Σε ένα βαθμό, μάλιστα, η μνήμη προϋποθέτει τη λήθη, ή έστω την αποσιώπηση ορισμένων «ενοχλητικών» γεγονότων, που ρηγματώνουν το επικό εθνικό αφήγημα. Η ιστορία ήταν το πρώτο και το πιο απαραίτητο υλικό για τη δημιουργία των εθνικών μύθων. Το μέτρο αυτής της αναγκαιότητας μας το παρουσιάζει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, όταν, με αφορμή κάποιο στίχο του Διάκου του, θα βρει την ευκαιρία να απαντήσει στον φίλο του, τον ιστορικό Κωνσταντίνο Σάθα για τις «βλαπτικές συνέπειες» της επιστήμης.
Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας, εν τινι αξιολόγω πονηματίω, επιγραφομένω “Η κατά τον ΙΖ αιώνα επανάστασις της Ελληνικής φυλής” διατείνεται εν σελ. 14 ότι το γνωστόν Καρυοφύλλι ωνομάσθη ούτω από του εν Βενετία οπλοποιού Carlo filglio (Καρόλου υιού). Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις αλλ’ ουδόλως ευάρεστος. Τολμώ μάλιστα να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται οιωδήποτε η διά τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκειται να βασιλεύση επωφελής τις αλήθεια.
Θελκτικοί μύθοι, επωφελείς αλήθειες. «Πολιτική πριν απ’ όλα;» αναρωτιέται, εξετάζοντας το φαινόμενο, ο Κ. Θ. Δημαράς. «Γιατί όχι, αν η πολιτική είναι απλώς, και δεν μπορεί παρά να είναι η έκφραση μιας ιδεολογίας». Οι θελκτικοί μύθοι, άλλωστε, αντλούσαν τη γοητεία τους από την ίδια τη ζήτηση τους· από τις δεκτικότητες ενός κοινού που αναζητούσε με τη φαντασία του τις παραμορφωμένες και παραμορφωτικές ιστορικές αναπαραστάσεις. Γιατί, ο μύθος δεν καταργεί το ιστορικό νόημα∙ το παραμορφώνει. «Η σχέση που συνδέει την έννοια του μύθου με το νόημα», παρατηρεί σχετικά ο Ρολάν Μπαρτ, «είναι μια σχέση παραμόρφωσης». «Ο μύθος δεν κρύβει τίποτα ούτε και φανερώνει τίποτα : παραμορφώνει∙ ο μύθος δεν είναι ούτε ένα ψέμα ούτε μια ομολογία: είναι μια απόκλιση». Αυτή ακριβώς η μυθική απόκλιση της ιστορίας είναι σήμερα ξανά επίκαιρη. Προτιμάμε να συζητάμε για το πώς φίλησε ο Πρωθυπουργός την «ιερή εικόνα» της Εξόδου, παρά να μελετάμε τον Κασομούλη και τον Σολωμό. Αν τους μελετάγαμε, πριν και μετά την επέτειο, ίσως να καταλαβαίναμε το βάθος και την ουσία της σολωμικής ρήσης : «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»


