
Συνήθως το ελληνικό καλοκαίρι είναι «φιλτραρισμένο» με φωτογραφίες από παραλίες και ηλιοβασιλέματα, με οδηγίες για διακοπές και like σε τουριστικά καταλύματα, με χορούς σε τοπικά πανηγύρια και ξεφαντώματα σε beach bars· ίσως και με μερικούς ποιητικούς στίχους, ή, έστω, με τα remix του dj. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ιδίως η νεολαία δεν «βλέπει» το ελληνικό καλοκαίρι μέσα από αυτές τις απολαυστικές εικόνες του καλοκαιριού, αλλά μέσα από την εποχιακή απασχόληση. «Μετά την εξεταστική, φεύγουμε για σεζόν» λένε οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μας, υπονοώντας σχεδόν πως θα έπρεπε ήδη να έχουν φύγει πριν από τις εξετάσεις. Η στροφή των νέων στη «σεζόν» έχει σαφώς βιοποριστικούς λόγους, χωρίς, βέβαια, να αποκλείεται και η ανάγκη για τα ταξίδια, η γνωριμία με τόπους και ανθρώπους, η αίσθηση της αυτονομίας. Τα καινούργια στοιχεία, πάντως, επιβεβαιώνουν πόσο δύσκολη είναι η εμπειρία του νέου εργαζόμενου/της νέας εργαζόμενης στην καλοκαιρινή σεζόν : συχνά φαινόμενα ανασφάλιστης εργασίας, εξοντωτικά ωράρια, περιστατικά βίαιης εκμετάλλευσης ή και κακοποίησης, δυσανάλογη εντατικοποίηση των προσφερόμενων υπηρεσιών λόγω υπερ-τουρισμού.
Κάπως έτσι αρχίζει ένας νέος φαύλος κύκλος. Η ίδια η εποχικότητα της σεζόν αποθαρρύνει τη νεολαία να στραφεί σε μια πιο οργανική, μακροχρόνια και επενδυτική σχέση με τους τομείς του τουρισμού, με αποτέλεσμα τα κενά που παρουσιάζονται να καλύπτονται από ευκαιριακές μετακλήσεις αλλοδαπών εργαζομένων. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία, η τουριστική σεζόν ξεκίνησε φέτος με περίπου 85.000 κενές θέσεις εργασίας.[1] Το καλοκαιρινό άλμπουμ της σεζόν δεν γεμίζει πάντα με βότσαλα και άμμο αλλά με πρόχειρους λογαριασμούς για το αν η έστω χαμηλή αμοιβή είναι καλύτερη από το «ταμείο ανεργίας». Η πρώτη επαφή της νεολαίας με την εργασία συνοδεύεται από ανασφάλεια και από ένα ψυχοκοινωνικό στρες, το οποίο εμπεδώνει το αίσθημα της ασταθούς ένταξης στην παραγωγή αλλά και της έλλειψης ατομικής δημιουργίας.
Το αίσθημα αυτό επαναλαμβάνεται ακόμη και όταν τελειώσει η σεζόν, ακόμη και όταν ολοκληρωθούν οι σπουδές, ακόμα και όταν «κορνιζαριστεί» το πτυχίο. Ολοένα και περισσότερο όταν οι απόφοιτες και οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων βγαίνουν «εκεί έξω» να πιάσουν δουλειά στην αγορά εργασίας, ακούγεται η γνωστή συμβουλή. «Η καριέρα σας θα μοιάζει περισσότερο με ένα πλέγμα παρά με μια σκάλα». Σύμφωνοι. Μόνο που, μέσα σε αυτό το πλέγμα, οι «χαμένες ευκαιρίες» δημιουργούν χαμηλή αυτοπεποίθηση, ενώ, ακόμη και οι διαπροσωπικές ή οι οικογενειακές σχέσεις επηρεάζονται αρνητικά λόγω του θυμού, της απογοήτευσης ή και της κατάθλιψης.
Αν όμως οι εργασιακές συνθήκες δεν δημιουργούν ένα προστατευτικό δίκτυ για τη νεολαία, τότε το θύμα δεν θα είναι μόνο η νεολαία αλλά η ευρύτερη συλλογικότητα. Σήμερα, ολοένα και περισσότερο, οι μελέτες για τη νεανική εργασιακή επισφάλεια δεν δίνουν τόσο έμφαση στην ανάγκη καλλιέργειας των λεγόμενων low skills αλλά στην ανάγκη καλλιέργειας της «ψυχολογικής ανθεκτικτότητας» των νέων. Το θέμα της νεανικής εργασίας δεν είναι μόνο ένα οικονομικό θέμα. Είναι ίσως ένα από τα πιο καίρια θέματα της κοινωνικής συνοχής. Σε κοινωνίες που γερνάνε, ο αποκλεισμός των νέων από την αξιοπρεπή εργασία και διαβίωση δεν είναι μόνο ένα σημάδι «βιολογικής κόπωσης» αλλά και μια ένδειξη ηλικιακού ρατσισμού. Οι επιπτώσεις δεν φαίνονται μόνο στο ότι πλέον η γονεϊκότητα και η οικογένεια λειτουργεί αποτρεπτικά για ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας αλλά και στο γεγονός ότι διαμορφώνονται πολιτικές συμπεριφορές που μετατρέπουν τον νεανικό θυμό και την οργή σε αντι-συστημική διαμαρτυρία.
Σήμερα, ορισμένες περιπτώσεις ανθρώπων που ανήκουν σε αυτή τη νέα γενιά των ακροδεξιών πολιτικών ηγεσιών προέρχονται από περιβάλλοντα που έχουν ενσωματώσει (ή ίσως και έχουν βιώσει) τα δύο συστατικά του κοινωνικού αποκλεισμού: τον φόβο και τις διακρίσεις. Από την άποψη αυτή, το Πανεπιστήμιο δεν μπορεί διαρκώς να αναπαράγει τις γενικόλογες διακηρύξεις για τη σύνδεσή του με την «αγορά εργασίας». Το ζήτημα δεν είναι η αφηρημένη και αφαιρετική έννοια της «αγοράς εργασίας», που μονότονα επαναλαμβάνουν οι έμπειροι αξιολογητές μας στις πολλαπλές «πιστοποιήσεις» μας, αλλά τα ασφαλή εργασιακά περιβάλλοντα.
Με άλλα λόγια, μπορούμε να αποχαιρετήσουμε τους φοιτητές και τις φοιτήτριες μας με τις ευχές μας για την καλοκαιρινή σεζόν, αφιερώνοντάς τους μερικούς στίχους του Αργύρη Χιόνη (το αρχείο του από κειται στο ΕΑΤΤ.[2]):
Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
Ωραίο αλλά κι επικίνδυνο
[…]
Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
Κανείς δεν ξέρει.


