
Στις 28/09/26, ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Χρήστος Μπούρας ανέδειξε ένα νέο κίνδυνο όχι μόνο για το δικό μας Πανεπιστήμιο αλλά και για όλα τα ΑΕΙ της χώρας: την εμφανή μείωση του φοιτητικού πληθυσμού. Φέτος, σχεδόν 400 επιτυχόντες φοιτητές και επιτυχούσες φοιτήτριες δεν ολοκλήρωσαν την εγγραφή τους στα Τμήματα του Πανεπιστημίου μας, όχι μόνο για στενά οικονομικούς λόγους (π.χ. στεγαστικό πρόβλημα, έξοδα διαβίωσης) αλλά και για λόγους άλλων προτιμήσεων: φυγή στο εξωτερικό, εγγραφές σε μη κρατικά πανεπιστήμια, στροφή στην τεχνική εκπαίδευση, απογοήτευση από τις επαγγελματικές προοπτικές. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την ορατή, πλέον, πρόβλεψη του δημογραφικού προβλήματος, ίσως να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε τις όψεις ενός νέου ακαδημαϊκού συμπτώματος στο άμεσο μέλλον: την «ερημοποίηση» του πανεπιστημιακού campus, τους ελάχιστους/ες φοιτητές/τριες στις άδειες αίθουσες, τις βιαστικές συγχωνεύσεις σχολών και τμημάτων, το «λουκέτο» σε ορισμένα Πανεπιστήμια. Τα δεδομένα είναι γνωστά. Για τον ίδιο αριθμό θέσεων που προσφέρουν σήμερα τα πανεπιστήμια, υπολογίζεται πως, έως το 2040, οι νέοι φοιτητές και οι φοιτήτριες ενδέχεται να περιοριστούν στους/στις 30.000-32.000. Στο σημείο αυτό, διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια νέα μεγάλη αντίφαση. Την ώρα που το Πανεπιστήμιο εκσυγχρονίζεται και διεθνοποιείται, περισσότερο από ποτέ, οι φοιτητές/τριες «αποσύρονται» από το Πανεπιστήμιο. Δεν έχει κανείς παρά να κοιτάξει τους χώρους συνάθροισης. Κάποτε τα κυλικεία των Σχολών ήταν ο βασικός χώρος της φοιτητικής κοινωνικότητας, της ανταλλαγής ιδεών αλλά και της ψυχαγωγίας. Σήμερα, πολλά κυλικεία είναι κλειστά, ενώ, ακόμη και οι επιχειρηματίες της εστίασης αποφεύγουν να πάρουν μέρος σε τέτοιους διαγωνισμούς.
Τα «άδεια πανεπιστήμια», όμως, προ-οικονομούν μια «άδεια χώρα».[1] Μπορούμε, άραγε, να προλάβουμε την εξέλιξη αυτού του προβλήματος; Μπορεί η Πολιτεία και το αυτοδιοίκητο Δημόσιο Πανεπιστήμιο να χαράξει έναν νέο ακαδημαϊκό χάρτη μέσα σε αυτή την έρημο; Πρέπει, άραγε, να λειτουργούν στη χώρα είκοσι έξι Πανεπιστήμια; Αν ναι, μπορεί η Πολιτεία να εγγυηθεί τη χρηματοδότησή τους; Αν όχι, με ποιες συνέργειες και συμπράξεις, τόσο σε διοικητικές όσο και σε ακαδημαϊκές υπερδομές, μπορεί να εξασφαλιστεί η ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης, σε σχέση με τη μάλλον τυχαία γεωγραφική διασπορά ομοειδών τμημάτων; Και κυρίως, ποια μπορεί να είναι η νέα σχέση μεταξύ Πανεπιστημίου και αγοράς; Ως προς αυτό το σημείο, συχνά οι προκαταλήψεις εμποδίζουν τον διάλογο. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η αγορά θα αλλοιώσει οριστικά τον χαρακτήρα και την αποστολή του Πανεπιστημίου, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρούν πως τα «δίδακτρα» και τα «βιομηχανικά διδακτορικά» μπορούν να υποκαταστήσουν την οικονομική στήριξη του Πανεπιστημίου. Και οι δύο απόψεις, αδικούν τις δυνατότητες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σήμερα, το επιστημονικό δυναμικό της χώρας καταγράφει υψηλές επιδόσεις στην έρευνα, γεγονός που αποτυπώνεται πλέον και στις αξιολογικές «κατατάξεις» πολλών ελληνικών Πανεπιστημίων. Πρόσφατα, μάλιστα, η εξωστρέφεια των παράλληλων αγγλόφωνων προγραμμάτων έδωσε τη δυνατότητα σε πολλά Τμήματα να προσελκύσουν ξένους φοιτητές, ενισχύοντας τη διεθνοποίηση των σπουδών και εξασφαλίζοντας ένα νέο «ακαδημαϊκό συνάλλαγμα» ως πηγή χρηματοδότησης.
Αυτή η ζήτηση όμως για ξενόγλωσσα προγράμματα υψηλής ποιότητας δείχνει και κάτι άλλο. Τα Πανεπιστήμια θα πρέπει πλέον να εγκαταλείψουν το μοντέλο της μαζικής υποδοχής φοιτητών της «ήσσονος προσπάθειας», ακριβώς επειδή οι φοιτητές/τριες αυτοί/ες συχνά δεν μπορούν – και δεν θέλουν- να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις προδιαγραφές των σπουδών τους. Αντίθετα, τα ακαδημαϊκά Ιδρύματα θα μπορούσαν να δοκιμάσουν μια πολυτυπία παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, η οποία θα συνδυάζει την τεχνική εκπαίδευση, την ταχύτερη ολοκλήρωση του κύκλου σπουδών, (τουλάχιστον, σε ορισμένα γνωστικά αντικείμενα), και, κυρίως, την υψηλή εξειδίκευση και την ερευνητική καινοτομία, που συνδέεται με νέες και δυναμικές θέσεις εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να απελευθερωθεί και η οριζόντια κινητικότητα στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου. Ας φανταστούμε μια φοιτήτρια Ιατρικής που θα διδάσκεται Φιλοσοφία, για να κατανοήσει βαθύτερα τα σύνθετα ζητήματα Βιοηθικής, τα οποία εγείρει η σύγχρονη γενετική. Ας σκεφτούμε, επίσης, έναν φοιτητή Φιλολογίας που θα μπορεί να εξοικειωθεί με την Πληροφορική, προκειμένου να γνωρίσει τη σημασία των ψηφιακών περιβαλλόντων και των βιντεοπαιχνιδιών στην εκπαίδευση αλλά και στη διαφήμιση. Τα Τμήματα πρέπει να πάψουν να είναι «φυλακές» μιας περιχαρακωμένης γνώσης και να ανοίξουν τα σύνορά τους σε μια νεολαία, που αναζητά πλέον μια περισσότερο «διακλαδική» γνώση και εκπαίδευση. Μήπως ήρθε η ώρα για τα «βασικά και δευτερεύοντα» (major και minor) πτυχία στα ΑΕΙ;
[1] https://www.protagon.gr/apopseis/adeia-panepistimia-adeia-xwra-44343447327


